Τα μικρόφωνα μιλάνε σε γλώσσα ακατάληπτη για πόλεις, μια γιαγιά με μωβ καπέλο με κοιτά. Γερμανικά τρένα σκίζουν τον παγετό και αφήνουν πίσω το νότο μου. Γιορτές αστραπή, καλή χρόνια, φιλιά, μια βόλτα ως τη θάλασσα κι έπειτα πάλι πίσω στη σοφίτα.
Η λήθη σε μαλακώνει. Η απόσταση σε σκληραίνει. Ξέρεις ότι κάτι χάνεις, ζείς το αλλιώτικο κι όμως ο πάτος είναι τρύπιος και ποτέ δεν γεμίζει. Αχαριστίες και ασάφειες. Το βουλώνω, χώνομαι στα λεξικά, κοιτώ με ευγνωμοσύνη τους ξένους που μ’ αγκάλιασαν. Εμένα, τη ξένη.
Χιόνι σπαρμένο μ’ ασημόσκονη, καταπίνει ήχους και βήματα, ίσως μόνο στον Παπαδιαμάντη θα ταίριαζε τέτοιο χιόνι. Διαβάζω Μάρκαρη, ψάχνω δολοφόνους, τοπίο ελληνικό στις σελίδες, δακρυσμένα μάτια για διπλωματική, πώς στα δύσκολα γυρνώ στα ακούσματα των 15 μου, πού θα με βγάλει αυτός ο δρόμος. Έχεις τη λύση να μου δώσεις;































