Search

Content

0 σπόροι

Φεγγάρι στον υπόνομο


Ώρα τώρα βλέπει μια λάμψη να παίζει. Μια λάμψη εκ των έσω. Μια λάμψη μέσα σε 'κείνη την τρύπα, σαν κάποιος να έχει βάλει ένα φακό και να του κάνει σινιάλα. Δεν τού 'φταναν τα σινιάλα για βοήθεια που έκανε τεντώνοντας το κεφάλι πάνω, τώρα σκύβει και το κεφάλι του κάτω όλο και πιο συχνά μέσα σε αυτήν την τρύπα, σε αυτον τον υπόνομο δίπλα του για να παρατηρεί το πετάρισμα της λάμψης. Ένα φως- ένα στρογγυλό, τόσο δα, φωτάκι.
Με την περιφερειακή του όραση χαζεύει κρυφά τη μάνα του δίπλα. Η βροχή της έχει κατσαρώσει πολύ τα μαλλιά, οι στάλες αυλακώνουν στις ρυτίδες του μετώπου· Μάρτης μήνας κι έχουν μουλιάσει οι δυο τους. Χτυπάει η βροχή στην ομπρέλα, ο χτύπος της στάλας πάνω στο ύφασμα ειναι τόσο έντονος λες και πέφτει βαρύ αντικείμενο στο δάπεδο. Σε κάθε χτύπο κατι μουρμουρίζει η μάνα του, σα χριστοπαναγιά.
Θυμάται σ' εκείνο το πανηγύρι, στη Θήβα, ένα αγριεμένο λυκόσκυλο τον είχε πλησιάσει, εκείνος τρεμάμενος το παρατηρούσε να γρυλλίζει απειλητικά - είχε παγώσει η χαρά των γύρω - αρχισε η μάνα του να ψελλίζει σ΄ακατάλληπτη γλώσσα, το σκυλί απομακρύνθηκε. “Όταν μεγαλώσεις θα σου πω τα ξόρκια της μπάμπο*(γιαγιάς)-Αγγέλας”, του είπε.
Δυο χρόνια πέρασαν κι ακόμα δεν του τα 'πε. Αγκυροβολημένοι τις βραδιές κάτω από μια τεράστια κίτρινη ομπρέλα παραλίας με πλαστική βάση στην άκρη της εισόδου των Carrefour και μπρος τους ποτάμι η Κηφισσίας. Από τη Θήβα στους Αμπελοκήπους, μια φούγκα παραφωνίας ήταν πάντα οι δυό τους. Τους έβλεπαν και μπορεί και να γελούσαν αν δεν άχνιζε η απελπισία από πάνω τους. Σε κάθε περαστικό, έδειχνε η μάνα το παιδί και το παίδι κάρφωνε τον περαστικό με μάτια κάρβουνα. Μια συγχρονισμένη χορογραφία που λαχταρούσε για αναγνώριση, να αγκυλώσει λίγο την καλοσύνη του ξένου.
H λάμψη απ' τον υπόνομο δεν σταμάταγε, καμιά φορά λιγοψυχούσε σαν κάποιο αμάξι το κάλυπτε με τις ρόδες, αλλά εκείνος είχε την έγνοια του σ' αυτόν τον πίδακα φωτός. Ένα φως - ένα στρογγυλό, λευκό φώς. Σα φεγγάρι. Ναι! Θα μπορούσε να ήταν το φεγγάρι. “Αχ Ντέβλα*(Θεέ) μου, σκέφτηκε, το φεγγάρι έπεσε μέσα στον υπόνομο και πώς να το τραβήξω;”.
Η μπάμπο-Αγγέλα τούς έλεγε τέτοιες ιστορίες πριν τον ύπνο, για το φεγγάρι που χάθηκε τη νύχτα που πνίγηκε η όμορφη κοπέλα και το παληκάρι που κίνησε γη και ουρανό για να το βρεί. Πότε δεν έμαθε αν το βρήκε, ήταν τόσες οι περιπέτειες του παληκαριού, τόσα μέρη και τόσες θάλασσες επισκέφτηκε, που η αγωνία όλο παρατεινόταν. Ώσπου η μπάμπο έσβησε μια μέρα κι η κλωστή του παραμυθιού κόπηκε.
Η βροχή είχε σταματήσει τα σπασμωδικά της, είχε πέσει για ύπνο κι αυτή μαζί με τη μάνα του κάτω απ'την ομπρέλα. Ο μικρός πήγε και κουλουριάστηκε πάνω απ' τον υπόνομο, με επιμονή να κοιτάζει το στρογγυλό φως. Ίσως να βρήκε αυτός το φεγγάρι! Να αναστηθεί η όμορφη κοπέλα, να γίνει εκείνος ο θρύλος- μακριά από κίτρινες ομπρέλες κι άγρια λυκόσκυλα! Όπως σήκωσε τα μάτια με χαρά για να βρει ένα κοντάρι και να τραβήξει το φεγγάρι, είδε 2 φώτα αυτοκινήτου να έρχονται κατά πάνω του και την κόρνα να σκούζει. Από την απότομη μετάλλαξη της χαράς σε τρόμο, τα αντανακλαστικά του αδράνησαν κι έμεινε να κοιτάζει ακούνητος το αμάξι.
Χάρη σ' έναν απότομο ελιγμό του οδηγού, ο μικρός γλύτωσε τη σύνθλιψη. Τ' αυτοκίνητο απομακρύνθηκε μ' ένα ζικ-ζακ, κι εκείνος έτρεξε τρέμοντας να χωθεί κάτω από την κίτρινη ομπρέλα, στη φωλιά της μάνας του που δεν κατάλαβε τίποτα μέσα στο λήθαργό της.
Εκεί, τον πήρε ένας ύπνος γλυκός σκεπτόμενος πατέντες για να σώσει το φεγγάρι. Να σωθεί κι αυτός μαζί του.

Την άλλη μέρα έσκυψε πάνω απ' τον υπόνομο, να διασφαλίσει πως το φεγγάρι του δεν χάθηκε, πως δεν πήρε δρόμο για αλλού, πώς εκείνος θα είναι ο ήρωας του. Στη θέση του φεγγαριού όμως είδε κάτι άλλο.
Ένα κέρμα, και πιο συγκεκριμένα ένα δίευρω μισοβουτηγμένο στα λασπόνερα του υπονόμου.

Ήταν τέτοια η απογοήτευσή του που όλη τη μέρα δεν άπλωσε τη χούφτα σε περαστικό.
_________________________________________________________________________________
* χρήση τσιγγάνικης διαλέκτου.
http://www.keda.gr/roma/files/mikro_leksiko.pdf
_________________________________________________________________________________


1η δημοσίευση στο Animartists
Διαβάστε περισσότερα »
0 σπόροι

Όλα μοβ

Χωμένος μέσα στους φακέλους. Ανά μισή ώρα ο τύπος με τη μοβ φόρμα και τα κοκάλινα μοβ γυαλιά, του έφερνε κι άλλους. Είχε πάντα μαζί του ένα ασημί τροχήλατο κι εκεί εναπόθετε τις στοίβες που άφηνε στο γραφείο του Χ. 10-10 φάκελοι κάθε φορά. Στο γραφείο υπήρχαν δύο ντάνες. Εκ των αριστερών, ήταν αυτή με τους τελειωμένους φακέλους από τον Χ. Στα δεξιά, η ντάνα με αυτούς που έφερνε ο Μοβ. Ο Χ. τελείωνε έναν φάκελο ακριβώς σε 33 λεπτά. Με τη συχνότητα που μετακινούνταν οι φάκελοι από τα δεξιά στα αριστερά, κατάφερνε για 15 λεπτά να εξασφαλίζει μια λωρίδα ουρανού από το παράθυρο που ήταν στα δεξιά του. Ύστερα το ηλεκτρικό φως του πορτατίφ έκανε τη δουλειά του. Δούλευε για 12 ώρες και 45 λεπτά κάθε μέρα. Υποχρέωσή του, να περνάει τα δεδομένα του φακέλου σε ηλεκτρονική βάση στον υπολογιστή. Τα χέρια του έπαιρναν φωτιά. Τυφλό σύστημα και σκανάρισμα στην επιτάχυνση. Δεν χάζευε, δεν σήκωνε κεφάλι από τα ψηφία παρά μόνο ανά δεκαπέντε λεπτά για να κοιτάξει αυτή τη λωρίδα ουρανού, να ψυχανεμιστεί τον καιρό, να οραματιστεί τη ζωή έξω από αυτό το κτίριο. 

Ύστερα πάλι τα ίδια. Ο Μοβ δεν μίλαγε, δεν κοιτούσε καν τον Χ. Έφερνε φακέλους, μέτραγε την αριστερή ντάνα με τους τελειωμένους κι έφευγε. Εάν ο Χ. δεν είχε ικανοποιητικό αριθμό φακέλων στα αριστερά του, χτυπούσε το τηλέφωνο. Θα ήταν ο Μεγάλος. Ο Χ. σηκωνότανε και πήγαινε στο γραφείο του. Διέσχιζε ένα διάδρομο με μοβ στους τοίχους κι ένα βρώμικο μωσαϊκό για πάτωμα. Ήξερε κάθε φορά τι θα του έλεγε ο Μεγάλος. «Δεν είμαστε ικανοποιημένοι από την ταχύτητά σου, από την ποιότητά σου, ούτε καν από τη φάτσα σου. Αν δεν επιταχύνεις κι άλλο, η πόρτα θα ανοίξει και κάποιος άλλος θα πάρει τη θέση σου». 

Τα χείλια του Μεγάλου ήταν μπλαβί από ένα ατύχημα που είχε κάποτε. Ο Χ., με την ελαφρά μυωπία που είχε, έβλεπε μια μοβ σπηλιά να ανοιγοκλείνει και να εκσφενδονίζονται ξυράφια. Θα έβγαινε κάθε φορά από το γραφείο του Μεγάλου με ματωμένα μπράτσα και καρφωμένα ξυράφια στο κούτελο. Ώσπου να ξαναεπιστρέψει στο γραφείο του και να τα αφαιρέσει. 

Με τούτα και με κείνα, ο Χ. είχε μειώσει τον χρόνο εργασίας του κάθε φακέλου σε 18 λεπτά. Εκείνη τη φορά που χρονομετρήθηκε, ένιωσε μιαν ικανοποίηση κι ευχαρίστηση ότι επιτέλους ήταν ένας άξιος εργάτης. Το ίδιο βράδυ ονειρεύτηκε μιαν αύξηση, λιγότερες ώρες εργασίας, μια πιθανότητα να ζητήσει από τον Μεγάλο να βάψει το γραφείο του από μοβ βαθύ σε λευκό. Ονειρεύτηκε επίσης ένα ορθάνοιχτο παράθυρο κι έναν ήλιο να ανεβοκατεβαίνει σαν αλογάκι καρουζέλ. 

Πήγε πετώντας την άλλη μέρα, προικιά της περασμένης ο ενθουσιασμός. Έμεινε όμως με τα γόνατα κομμένα. Ο Μοβ τον περίμενε έξω από το γραφείο του. Ο Μοβ δεν είχε το ασημί τραχήλατο δίπλα του με τους συνηθισμένους πρώτους 10 φακέλους. Υπήρχαν 30 φάκελοι πάνω κι άλλοι 10 στο πάτωμα. Η έκπληξη του Χ. δεν επηρέασε καθόλου τον Μοβ. Με λεία, στεγνή φωνή τού ανακοίνωσε πως η κρυφή κάμερα του γραφείου ανακάλυψε πως η ταχύτητα του Χ. αυξήθηκε, οπότε για να καλυφτεί η εργατοώρα του, θα κάνει περισσότερους φακέλους. 

Δεν θυμάται τίποτα άλλο ο Χ. μετά από αυτά. Η αστυνομία μίλησε για νευρικό κλονισμό. Το μελανιασμένο, ακούνητο σώμα του Μοβ διπλωμένο στο φορείο έμοιαζε σαν ασημένιο διακοσμητικό τυλιγμένο με πένθιμη κορδέλα. 

1η δημοσίευση στο DocTV
Διαβάστε περισσότερα »
0 σπόροι

"Oh you got to hold on, hold on"

Όλα αθώα, γλυκά, απαλά αγγίγματα που δεν κουβαλούν ούτε μια υπόνοια, ούτε ένα φτερό κρυμμένου νοήματος. Είναι τόσο διάφανα όλα μπροστά σου, που σαν το νερό κυλάει, χάνεται, διαλύοντας την παραμικρή αίσθηση μνήμης. Ένα αεικίνητο ποτάμι που σε δροσίζει αλλά δεν αφήνει καμία γεύση πέραν της ικανοποίησης της δίψας. Πλατσουρίζεις χρόνια τώρα σε αυτά τα νερά. Κελαρυστά νερά, δροσερά νερά και συ σε snapshot κλείνεις τη βραχυπρόθεσμη στιγμή σου. Τόσα αγγίγματα, τόσα χέρια έχουν κολλήσει και κρέμονται απ' τις κόγχες σου, τόσο που να μοιάζεις πιο γερασμένος από την ηλικία σου, αλλά εσύ με εμμονική πίστη χαζεύεις τα είδωλά σας στα νερά με λάβαρο την αθωότητα, ένα συγκινησιακό και μη μετρήσιμο «αγάπη μόνο» μακριά από ερωτισμούς, σκοτεινιές και φρενιασμένα καρδιοχτύπια. 
Τρέχουν τα δάχτυλα των κοριτσιών στις κλειδώσεις σου και συ εντέχνως αποφεύγεις να κοιτάξεις παρακείθε από το είδωλό σας σε φίλτρα φωτογραφίας. Το προσωπείο που έγινε πρόσωπο και μια ζωή φτιαχτή 10 πόντους έξω απ’ τη ζωή σου την αληθινή. Φωνάζεις, μεταμορφώνεσαι σε μια πυγολαμπίδα, χιλιάδες μυγάκια γύρω σου, ζητάνε κι άλλο απ’ τον δυναμισμό σου, απ’ την όρεξή σου και συ φορτίζεις κι αποφορτίζεσαι ταυτόχρονα. Χωρίς αυτούς τι; Ένα άδειο δωμάτιο με το ξύλινο τραπέζι. Θέλεις χιλιάδες μάτια τριγύρω, ένα μαγευτικό ντεκόρ για να φορτωθεί αυτό το δωμάτιο. Χιλιάδες μάτια να σε ρουφάνε, να σε πίνουν κι εσύ να μην προφταίνεις να σκέφτεσαι. Να σκέφτεσαι πως το δωμάτιο θα είναι πάντα άδειο αφού στα μάτια τριγύρω σου δεν υπάρχουν τα 2 λατρεμένα.

Σε κρίνω, θα πεις, το ξέρω. Μπορεί και να το κάνω. Όταν απομακρύνομαι γίνομαι παρατηρητής, αλλά το πρίσμα του καθενός είναι πάντα κοντόφθαλμο κι έτσι ενώ γίνομαι το μέσο για να μεταφράσω το μήνυμα, για να εξάγω το πόρισμα, με περίσσια τόλμη το τσαλακώνω. Μέσα στον αυτιστικό μου μικρόκοσμο κι εγώ γεμίζω τις σκέψεις μου με σένα για να μην δω κάτι άλλο. Το δικό μου κενό. Το δικό μου άδειο δωμάτιο. Έτσι πάει. Και πόσο σε μισαγαπώ αλλά να σου θυμώσω δεν μπορώ. 
Γιατί κατά βάθος είμαστε ίδιοι. 
Στην ποσότητα των θαυμαστών τα χαλάσαμε. 
Γιατί εγώ ήθελα μόνο έναν. 
Εσένα.
Διαβάστε περισσότερα »
0 σπόροι

Εσύ που ήσουν;

Συλλαβίζω ένα-ένα τα γεγονότα, τα φτύνω ξανά επάνω στο τραπέζι και προσπαθώ να φτιάξω τη σύνθεση. Το πλάνο μιας σάρκας που γεννοβολά καψούρα και μένει απαγαδιασμένο σακί με σοφία και πίκρα.
Κανονικά το στόρυ θα έπρεπε να λήξει εδώ. Αλλά δεν υπάρχει το κανονικά, κουκλίτσα μου, και οι τεχνικολόρ συμβουλές  του ίντερνετ και τα αρχειοθετημένα ράφια του κοσμοπόλιταν, επιβεβαιώνουν το πασηφανές. Πρέπει όλα να τα αγνοείς γιατί οι πεπατημένες των άλλων δεν πηγάζουν πότε από μεσα σου. Ούτε καν από αταβισμό και γονιδιακή κληρονομιά. 
Σε ήθελα. Tέτοιο πόθο δεν ξαναείχα για άλλον. Κάθε φιλί σου ήταν και μια νίκη. Ένα εκατομμύριο παράγοντες κι εκεί που η δικιά μου  λογική έβαζε φρένο - οι πράξεις που θεωρούσα βουνά μείζωνος σημασίας -, για σένα ήταν απλά μια ενόχληση στο υπογάστριο. Τούμπαλιν, τα αυτονόητα για μένα, στο στόμα σου έπαιρναν μια τρομαχτική, αλλοιωμένη διάσταση. Σα να 'χα παντρευτεί την ασάφεια. 


Διέλυσα λοιπόν το σύννεφο σκόνης, τακτοποίησα τη σχέση μας σε κουτάκι για να νοιώσω ασφαλής με τη σειρά μου, δεν εκσφενδόνισα ούτε ένα παράπονο, φόρεσα καπέλο την περηφάνια μου και βγήκα. Το μυαλό μου μια σούπα απόρριψης κι εσύ να στάζεις οργή γιατί δε δέχτηκα να χωρέσω στο δικό σου μαζικό και πολυσυλλεκτικό κολάζ ανθρώπων. 

Κάθε αποχαιρετισμός μας ήταν κι ένας χωρισμός. Φιλιά στο μπράτσο, κινηματογραφικοί αναστεναγμοί στο αμάξι, η τραμπάλα του μυαλού σου μυρμήγκιαζε το σώμα μου.  Είχες πάλη μέσα σου. Πάλη για το αν θα σε καταβάλλει το πάθος ή η λογική. Γιατί αρχικά το μεταξύ μας σου φαινότανε τόσο, μα τόσο λάθος. Με απέφευγες. Ενώ με ήθελες και ένα κύμα καύλας σου έβγαινε, δεν ήθελες να αποταμιεύσεις συναίσθημα για μας. Ύστερα οχυρώθηκες πίσω από τη φυγή σου. Η τέλεια δικαιολογία. Αλλά έμπαινα σφίνα στο όνειρο της φυγής. Ενοχλητική παρουσία στη σκέψη σου. Δεν με ήθελες αλλά ένοιωσες κάτι να υπήρχε και δεν ήξερες πώς να παίξεις μαζί του. Ένα παιχνίδι δίχως οδηγίες χρήσης. Να σε αφήνει απροστάτευτο μακριά από το σελοφάν κόσμο της χαλαρότητας που ζούσες καιρό τώρα. Σ' έστελνε ο μεταξύ μας γρίφος ξανά στο δρόμο. Να σε μαζεψει η σκόνη του και κάτω από τη γλώσσα τα χαλίκια. Για να ξαναμάθεις το αλφάβητο. Και δεν το ήθελες αλλά η ανασφάλεια σ' ιντρίγκαρε!

Κράταγες το παιχνίδι στο μεταίχμιο. Ούτε έδενες ούτε έλυνες τα σχοινιά. Μ' έβαλες στην τσέπη και προχωρούσες αμέριμνος. Αλλά κάποια στιγμή, καλέ μου, και η άνω τελεία υπακούει στους νόμους της βαρύτητας. Μια κόκκινη σειρήνα άρχισε να ουρλιάζει κι απ' τα ηχεία μια φωνή να σε φέρνει αντιμέτωπο με το δίλλημα. Η εντροπία του σώματός σου αυξημένη. Οι ζεν, χαλαροί παλμοί σου πιάσαν τα τύμπανα. Ήθελες να εκσφενδονίσεις αυτό το παιχνίδι, να γίνει χίλιες βίδες, να εξαϋλωθεί. Να μην είχε υπάρξει ποτέ. Κι έτσι μίλαγες θυμωμένα, απότομα, υποτιμητικά, ήθελες να βγεις αθώος. Παρέβλεπες τα λόγια μου, μιαν αναγνώριση ακόμα και των δικών μου συναισθημάτων θα σε γέμιζε ενοχές, ναι ναι καλύτερα να μην ξέρεις. Συναισθηματικά παράλυτος. Ένας Πόντιος Πιλάτος.  

Στο τέλος η ανικανότητά σου να λύσεις το γρίφο ήταν που σε τσίμπαγε. Δεν ήθελες να αποδεχτείς οτι εσύ δεν μπόρεσες να τα καταφέρεις. Γι' αυτό ξεκινησες τα παζάρια: Λίγο - λίγο, όποτε θα μπορείς μέσα στα πηγμένα χρονοδιαγράμματά σου, να πιάνεις αυτόν το κύβο του Ρούμπικ στα χέρια σου, συγχρόνως όμως να μην πιέζεσαι για να τον λύσεις. Deadlines ακυρωμένα. Μια πίστωση χρόνου χωρίς κανένα περιορισμό και οι ευθύνες άστεγα μωρά. Κι όσο αρνιόμουν αυτές τις συνθήκες, τόσο άφριζες. Ο έρωτάς μου, μια ενοχλητική λεπτομέρεια. 

Δίπλωσα πολύ τα μέσα μου για να σε καταλάβω. Το εγώ μου έσπασε πολλές φορές και οι χιλιάδες οπτικές έστηναν ψυχεδελικό πάρτυ. Ίσως να ήθελες μια εκκρεμότητα για να νοιώθεις οτι το κάτι άλλο είναι που δίνει αξία στη καθημερινότητα σου σαν μια παράμετρο, μια μεταβλητή που θα πολλαπλασίαζε την εγγύητητα της σχέσης σου με τους υπολοίπους, πλιν εμού. Ίσως να ήθελες να είμαι μια κουκκίδα διαφορετικότητας στη κενοδοξία των απρόσωπων, κλειστοφοβικών επαφών σου και ταυτόχρονα η προβολή τους.
Διαβάστε περισσότερα »
0 σπόροι

"how strange.."

Παρασκευή, στο τσακ σαββάτο. Χαμένος εαυτός πώς το λένε. Κλεισμένη πόρτα και τα κλειδιά χαμένα. Πόσο καιρό να βάλεις αυτόν τον εσκαφέα μέσα στο στόμα και να βγάλει φωνήεντα και σύμφωνα ωραία στοιχισμένα, μωρά παιδιά, δικά σου από τα έγκατα; 
Σιχαίνομαι το λυρισμό και όλο τα ίδια λέω, νέα ψηφιακά ραδιόφωνα ανοίγουν, νέα κείμενα, να ‘χες εναν έξτρα επεξεργαστή να σάρωνε όλα αυτά τα καινούργια πράματα, να αποτυπωνόντουσαν μέσα σου και συ σοφός και καλύτερος. 
Καλογυαλισμένος απ’ έξω, συγιρισμένος από μέσα. Καμία σκουριά, και όλα φρέσκα μυρωδάτα

illustration: Beth Spencer



Διαβάστε περισσότερα »
3 σπόροι

"I am the son and the heir of a shyness that is criminally vulgar"


ξεκούδουνα ήρθες. χωρίς κανέναν ήχο, μα μέσα μου ρίγησαν κάτι πέταλα ευαισθησίας. εναπομείναντα. ύστερα κρεμάστηκαν ν' ανεμίζουν στον αέρα. εσύ σένιος. έρωτας; η καρδιά μπαλόνι. η καρδιά άγκυρα. μετά μια φούσκα. το μυαλό γυρίζει και εξαυλώνεσαι. δεν θέλω να σε μεγενθύνω. τουλάχιστον όχι ακόμα. να γράψω για σένα και να πώ τι; να θυμηθώ να σου κάνω μια ερώτηση… οι άνθρωποι με μπλε μάτια τα βλέπουν όλα πιο νωχελικά, γιατί στην οδό Μαυροματαίων που ζω το κάρβουνο, καμία φορά, καπνίζει όλο τον ουρανό. Υπερβολές. Ακυρώνω τις υπερβολές μου. Μα τί να γράψεις για κάποιον ξένο που σε ελκεί; Και δεν ξέρεις γιατί σε ελκεί. Σώματα να σμιλεύονται . Έχωνα τα δάχτυλά μου στα πλευρά σου, ήθελα να σφινώσω όσο εσύ έπαιζες με τις τρύπες και ήταν όλο αυτό τόσο ανοικειο. δεν θα σε ξανάβλεπα. το ήξερα. μετά από μένα, κάποια άλλη. δράμι τρυφερότητας δεν μου χάρισες. όταν σε ξεγέλαγα, έκλεβα λίγο στοργή και μετά επανερχόσουν στα τερτίπιτα του ξένου. δεν μπορούσα να σε αγγίξω εκεί βαθειά. στις αρτηρίες της ψυχής σου. Ή αν το έκανα είχες το ίδιο μεταλικο πρόσωπο με τα 2 μπλε μάτια. εναπομείναντα.
Διαβάστε περισσότερα »
1 σπόροι

Η βία δεν έχει ηλικία, δεν έχει μονοπώλιο

«Το γεγονός ότι πολλές χώρες εξακολουθούν να ζουν κάτω από το ζυγό της αυθαίρετης εξουσίας και βίας, μπορεί να μας λυπήσει, αλλά δε θα πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι τα ιδανικά μας δεν είναι έγκυρα. Εξάλλου, αυτά τα ιδανικά χρειάστηκαν αιώνες για να ριζώσουν στις κοινωνίες μας. Η ελευθερία δεν είναι μια σταυροφορία, είναι μια πρόταση». Πασκάλ Μπρυκνέρ, Η τυραννία της μεταμέλειας 

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΒΙΑ. Πάνε μαζί αυτά τα δύο. Μια μάζα θερμαίνεται, εκρήγνυται και παίρνει μπάλα όλο τον περίγυρο. Βλέπεις, αλλιώς δε θα ‘χε δημιουργηθεί η Γη. Τεράστια έκρηξη έκανε το σύμπαν πασπαρτού με γαλαξίες, αστεροειδή και πλανήτες. Χωρίς τη βία, τίποτα. Από αταβισμό, δηλαδή, η βία είναι μέσα μας. Σαν αναπόφευκτη πορεία άυλων δυνάμεων διασχίζει τις γενιές. Άλλοτε περνάει από δίπλα τους κι άλλοτε τις καταδυναστεύει, με έναν απόηχο από ουρλιαχτά και ρημαγμένα τοπία να μένει στα μεθεόρτια.

Η ΒΙΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΗΛΙΚΙΑ, ΑΛΛΑ ΕΝΤΑΣΕΙΣ. Γεννιέται και μεγαλώνει μαζί με τον άνθρωπο. Από βρέφος ξεπετάγεται μέσα του, εκεί που η λέξη συνειδητότητα τού είναι άγνωστη ακόμα. Σαν νούφαρο φυτρώνει πάνω στην καρδιά. Αναπνέει, δυναμώνει τις ρίζες του, κλέβοντας αίμα από τις αρτηρίες κι αν το αφήσει κανείς ελεύθερο, θεριεύει και εξουσιάζει την ψυχή του. Ύστερα ο άνθρωπος ζει αποκλειστικά για να ταΐζει ετούτο το τέρας, με απαράμιλλο κόστος τις ζωές και τις ψυχές των άλλων.
ΣΤΙΣ ΠΙΟ ΜΙΚΡΕΣ ΚΡΑΥΓΕΣ, στις πιο αθώες χειρονομίες, η βία καραδοκεί κι εμφανίζεται. Όσο και να την περιμένεις, πάντα θα σε εκπλήσσει. Σ’ ένα φθόγγο, σε μια ελλειπτική κίνηση του καρπού, σε ένα γκαζάκι. Ακόμα και η αδράνεια θα μπορούσε να θεωρηθεί μορφή βίας. Γιατί βία δεν είναι μόνο ό,τι κάνει κρότο κι αφήνει σκυλευμένα πτώματα. Βία είναι και η σιωπή και η αδράνεια. Κατακερματισμένα δευτερόλεπτα που περιμένεις μιαν απάντηση κaι μένεις να τρως μια τούρτα απαξίωσης. Βία είναι ό,τι σου σακατεύει την ψυχή.

ΟΛΟΙ ΕΙΝΑΙ ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ Ή ΘΥΤΕΣ. Δεν υπάρχει μονοπώλιο. Στους μεγάλους θυμούς εξακοντίζονται οι δυνάμεις της. Δρα ανεξέλεγκτα, αυθόρμητα. Ο φορέας της τις περισσότερες φορές αναλογίζεται στο «Μετά» τι θα μπορούσε να ‘χε γίνει αλλιώς. Σκέψεις με λερωμένα χέρια, εμπειρίες για την επόμενη φορά, αλλά στην επόμενη φορά είσαι τόσο στιγματισμένος από τους άλλους, ώστε ο περίγυρος φοράει πανοπλίες ή κουβαλάει όπλα μαζί του. Αντι-βία, αλλιώς. Άμυνα στη βία, επισήμως. Γιατί η βία μπορεί να γίνει πανδαιμία. Δεν είναι τόσο η ανάγκη προστασίας. Ο φόβος του θανάτου, που ενδεχομένως κάνει κάποιον βίαιο, εύκολα μετατρέπεται σε μια ανάγκη νίκης. Να παταχθεί η βία με περισσότερη βία, μια επίδειξη δύναμης, και στο ικρίωμα ν’ ανεβαίνει ο λιγότερο προετοιμασμένος.

ΜΑ ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΑΝ ΑΦΗΣΕΙΣ ΤΗ ΒΙΑ ΜΕΣΑ ΣΟΥ σαν μηχανισμό σε λανθάνουσα κατάσταση, υπάρχει πάντα ένα χρονικό περιθώριο για να τρέξουν καταλύτες καλοσύνης μέσα στο αίμα σου. Να μαλακώσει το αγκάθι, να μη γίνει ντόμινο η βία. Παιδεία κι ενσυναίσθηση είναι η μόνη λύση. Εξευγενισμένος είναι ο άνθρωπος που ξέρει να γαληνεύει τους θυμούς του. Με χέρια μαλακά, κι όχι τραχιά ακροδάχτυλα που γδέρνουν στο πέρασμά τους.

Δημοσίευση στο DocTV
Διαβάστε περισσότερα »
Η φωτογραφία μου
Επέλεξα επίτηδες την οδό Μαυροματαίων, για να ξορκίζω την έκφραση "μαύρα μάτια κάναμε να σε δούμε"... Γ.Ξανθούλης
"ο σουρεαλισμός αποδεικνύει ότι το υπερπραγματικό είναι η ίδια η ανυπότακτη πραγματικότητα απαλλαγμένη από το κοινότοπο."
Μαλβίνα Κάραλη
____________________

"Μασάω λαίμαργα το καιρό
κι όλο σε περιμένω"

Γιάννης Κοντός

στο ψάξιμο

Φόρτωση...
"Νύχτωσε πάλι
Η μέρα που ήταν να 'ρθει σήμερα τι απέγινε;"

Γιάννης Αγγελάκας
____________________

"Έχω ζήσει τόση πολύ βουβαμάρα εδώ μέσα, που για μένα τα γράμματα παίζανε το ρόλο συζήτησης. Μετά κατάφερα να κουβεντιάζω ολομόναχη."
Ιωάννα Καρυστιάνη
"Κανείς να μη μάθει πώς ζήσαμε,
κανείς να μην ξέρει από πού ερχόμαστε και, προπαντός,
κανείς να μη μάθει ποτέ πώς πεθάναμε."

Γιώργος Χειμωνάς
____________________

"Είναι η περίληψη
των σιωπών μου που εκρήγνυται και φέγγω ολόκληρη
όταν λυπάμαι"

Στέλλα Βλαχογιάννη
____________________

"Η οικογένειά μας έπασχε
από μιαν ανίατη ασθένεια:τις αναμνήσεις"

Μάνος Ελευθερίου

όλο το σώμα μου συρτάρια

"Ζήσαμε πάντοτε αλλού και μόνον όταν κάποιος μας αγαπήσει
ερχόμαστε για λίγο."

Τάσος Λειβαδίτης
____________________

"πιάνομαι γερά από
τον τρόπο μου που έχω να σαρώνομαι"

Κική Δημουλά
____________________

"Κάθε φορά που σώζεται κάποιος συναντάει το παιδικό εαυτό του με τρύπες σ' ολόκληρο
το σώμα"

Χρήστος Βακαλόπουλος




followers