Content
σταλήθεια.
να μάθεις να μη μετανοιώνεις.

αχ αυτά τ' αγκάθινα!

"Tonight I'm gonna bury that horse in the ground"
Ξυπνάω και τσιγάρο σφινώνεται στα χείλια. Καφές κι οι τέντες να σπαράζουν σα ψάρι όλη νύχτα. Ξεπέτα ύπνος σε μπουνάτσα. Αμετανόητος αέρας χτυπά πάνω στα τζάμια και φεύγει μελανιασμένος."είδα έναν άντρα να πέφτει"
"Να είχαμε μιαν άνοιξη."
"Μη γελάς.
Με πράγματα που δεν υπάρχουν
μη γελάς."
Κ.Δημουλά
Traga-me a canção do mar
Τρίτη, 24 Μαϊου 2011Ήθελα να γράψω για το θεατράλε της Άνοιξης στην Αθήνα. Σα νεκρανάσταση αυτή η πόλη ομορφαίνει, κάθε ταράτσα κι ένα αγιόκλημα κι ο δρόμος πήζει από λεμονανθούς. Η αντανάκλαση του ουρανού πάνω στο θερμοσίφωνα. Σαν πιστοποιητικό υγείας.
Τελικά, Άνοιξη δεν ήρθε. Έβαζες κοντομάνικο και σ' έκοβε η ψύχρα.
Μετά η Άνοιξη τσεκουρώθηκε από μόνη της, κι οι πεταλούδες άνοιξαν τα φερμουάρ και μπήκαν στα κουκούλια. Του χρόνου, καλύτερα, πιο στωικά. Παράλληλα με τον καιρό να τρέχει στους σωλήνες, άλλαζα δουλειές με άγρια ταχύτητα. Σα βίτσιο. Τί ξόδεμα! Πόσες πρώτες μέρες πέρασα σε διαφορετικά γραφεία. Ώρες να μασουλάς με συστολή αυτά που σου λένε. Να δείξεις το πειθήνιο πλάσμα, κι ας κουβαλάς μιαν αστραπή στο λαιμό. Ηλεκτρισμοί στα δάχτυλα μα συ πλασάρεις τη σεμνότητα. Δεν το θες, μα σου βγαίνει. Το μυαλό πριζώνεται να αποδείξει κι αυτά που δεν μπορεί. Είσαι junior και στην καρδιά χαϊβάνι. Δουλειές στο τζάμπα. Ο Μέγας Τζάμπας. Αιτήματα για multitasking projects και insights. Στον ύπνο σου πετάνε flyers και μπροσούρες. Άλλη γλώσσα. Παγιδευμένη στα trademark. Κυνηγάς ιδέες. Το ίσως καλή, ίσως σημαίνει πρόσληψη. Το βράδυ φτύνει φλέγμα τ' άγχος σου. Έριχνα ξυλιές στα λάθη μου, στην απειρία. Τέλος του μήνα, ξεζουμισμένη απ' τα δωδεκάωρα, τα μάτια γινόντουσαν πίξελ όταν σού λέγανε: “Δε θα συνεχίσουμε.”
Μαλάκες.
Καταπίνω τα φανάρια στους δρόμους, ούτε ξέρω πού πηγαίνω. Οργή. Η Περσεφόνης μού μυρίζει ακόμα μπαρούτι κι ας βγαίνει ένα τεράστιο κύμα συναυλιανθρώπων από την Τεχνόπολη. Η Αθήνα χτυπά την ουρά της στο χώμα σα θυμωμένη γάτα. Εργοτάξιο φοβιστικών αισθημάτων. Ανοίγω τρύπες να ρίξω τα λόγια που άκουσα, αυτά που είδα. Φόνοι κι εκρήξεις πάνω στο λάθος.
Λευκωσία. Ένα πορτοκάλι κοντοστέκεται στον ουρανό. Πούθε εν να πας, να ρτω μαζί σου.
"σκόρπια χρόνια, γυαλιά σπασμένα. βαφτισμένα στην παρανομία"
Ξέρεις κάτι; Γράφεις ένα κείμενο για να νοιώσει καλα ποιος; Σβήνω και γράφω, αιματοχυσίες στους δρόμους, ήχοι άσφαιροι από στόματα κουστουμαρισμένων πολιτικών, αστυνομικοί παντού, τους αντιπαθώ και τους λυπάμαι, ζώα υπάρχουν σ' όλες τις δουλειές, όχι μόνο στις στολές, και συ που βρίζεις, πρόσεχε γιατί μπορεί να σού γυρίσει το μυαλό, πρόσεχε τι λές, θύμα και θύτης είναι ένα. Γράφεις για ν'αλλάξει τί; Μετανάστες φοβισμένοι, ανάγκη επιβίωσης με μαχαίρια στη χούφτα και στους πεζόδρομους πεταμένα πορτοφόλια. Βούλες βίας γεμίζουν όλο το χάρτη. Ποιος φταίει; Ξέρεις. Θα πεις: Οι μαλάκες. Το θέμα είναι: Αλλάζει κάτι; Ποιος απαγιαδιάζει το δικό σου φόβο; Ποιος αγκαλιάζει τους μετανάστες; Στους δρόμους χάσκουν ζογκλέρ κι ανάπηροι. 

