Search

Content

0 σπόροι

Φεγγάρι στον υπόνομο


Ώρα τώρα βλέπει μια λάμψη να παίζει. Μια λάμψη εκ των έσω. Μια λάμψη μέσα σε 'κείνη την τρύπα, σαν κάποιος να έχει βάλει ένα φακό και να του κάνει σινιάλα. Δεν τού 'φταναν τα σινιάλα για βοήθεια που έκανε τεντώνοντας το κεφάλι πάνω, τώρα σκύβει και το κεφάλι του κάτω όλο και πιο συχνά μέσα σε αυτήν την τρύπα, σε αυτον τον υπόνομο δίπλα του για να παρατηρεί το πετάρισμα της λάμψης. Ένα φως- ένα στρογγυλό, τόσο δα, φωτάκι.
Με την περιφερειακή του όραση χαζεύει κρυφά τη μάνα του δίπλα. Η βροχή της έχει κατσαρώσει πολύ τα μαλλιά, οι στάλες αυλακώνουν στις ρυτίδες του μετώπου· Μάρτης μήνας κι έχουν μουλιάσει οι δυο τους. Χτυπάει η βροχή στην ομπρέλα, ο χτύπος της στάλας πάνω στο ύφασμα ειναι τόσο έντονος λες και πέφτει βαρύ αντικείμενο στο δάπεδο. Σε κάθε χτύπο κατι μουρμουρίζει η μάνα του, σα χριστοπαναγιά.
Θυμάται σ' εκείνο το πανηγύρι, στη Θήβα, ένα αγριεμένο λυκόσκυλο τον είχε πλησιάσει, εκείνος τρεμάμενος το παρατηρούσε να γρυλλίζει απειλητικά - είχε παγώσει η χαρά των γύρω - αρχισε η μάνα του να ψελλίζει σ΄ακατάλληπτη γλώσσα, το σκυλί απομακρύνθηκε. “Όταν μεγαλώσεις θα σου πω τα ξόρκια της μπάμπο*(γιαγιάς)-Αγγέλας”, του είπε.
Δυο χρόνια πέρασαν κι ακόμα δεν του τα 'πε. Αγκυροβολημένοι τις βραδιές κάτω από μια τεράστια κίτρινη ομπρέλα παραλίας με πλαστική βάση στην άκρη της εισόδου των Carrefour και μπρος τους ποτάμι η Κηφισσίας. Από τη Θήβα στους Αμπελοκήπους, μια φούγκα παραφωνίας ήταν πάντα οι δυό τους. Τους έβλεπαν και μπορεί και να γελούσαν αν δεν άχνιζε η απελπισία από πάνω τους. Σε κάθε περαστικό, έδειχνε η μάνα το παιδί και το παίδι κάρφωνε τον περαστικό με μάτια κάρβουνα. Μια συγχρονισμένη χορογραφία που λαχταρούσε για αναγνώριση, να αγκυλώσει λίγο την καλοσύνη του ξένου.
H λάμψη απ' τον υπόνομο δεν σταμάταγε, καμιά φορά λιγοψυχούσε σαν κάποιο αμάξι το κάλυπτε με τις ρόδες, αλλά εκείνος είχε την έγνοια του σ' αυτόν τον πίδακα φωτός. Ένα φως - ένα στρογγυλό, λευκό φώς. Σα φεγγάρι. Ναι! Θα μπορούσε να ήταν το φεγγάρι. “Αχ Ντέβλα*(Θεέ) μου, σκέφτηκε, το φεγγάρι έπεσε μέσα στον υπόνομο και πώς να το τραβήξω;”.
Η μπάμπο-Αγγέλα τούς έλεγε τέτοιες ιστορίες πριν τον ύπνο, για το φεγγάρι που χάθηκε τη νύχτα που πνίγηκε η όμορφη κοπέλα και το παληκάρι που κίνησε γη και ουρανό για να το βρεί. Πότε δεν έμαθε αν το βρήκε, ήταν τόσες οι περιπέτειες του παληκαριού, τόσα μέρη και τόσες θάλασσες επισκέφτηκε, που η αγωνία όλο παρατεινόταν. Ώσπου η μπάμπο έσβησε μια μέρα κι η κλωστή του παραμυθιού κόπηκε.
Η βροχή είχε σταματήσει τα σπασμωδικά της, είχε πέσει για ύπνο κι αυτή μαζί με τη μάνα του κάτω απ'την ομπρέλα. Ο μικρός πήγε και κουλουριάστηκε πάνω απ' τον υπόνομο, με επιμονή να κοιτάζει το στρογγυλό φως. Ίσως να βρήκε αυτός το φεγγάρι! Να αναστηθεί η όμορφη κοπέλα, να γίνει εκείνος ο θρύλος- μακριά από κίτρινες ομπρέλες κι άγρια λυκόσκυλα! Όπως σήκωσε τα μάτια με χαρά για να βρει ένα κοντάρι και να τραβήξει το φεγγάρι, είδε 2 φώτα αυτοκινήτου να έρχονται κατά πάνω του και την κόρνα να σκούζει. Από την απότομη μετάλλαξη της χαράς σε τρόμο, τα αντανακλαστικά του αδράνησαν κι έμεινε να κοιτάζει ακούνητος το αμάξι.
Χάρη σ' έναν απότομο ελιγμό του οδηγού, ο μικρός γλύτωσε τη σύνθλιψη. Τ' αυτοκίνητο απομακρύνθηκε μ' ένα ζικ-ζακ, κι εκείνος έτρεξε τρέμοντας να χωθεί κάτω από την κίτρινη ομπρέλα, στη φωλιά της μάνας του που δεν κατάλαβε τίποτα μέσα στο λήθαργό της.
Εκεί, τον πήρε ένας ύπνος γλυκός σκεπτόμενος πατέντες για να σώσει το φεγγάρι. Να σωθεί κι αυτός μαζί του.

Την άλλη μέρα έσκυψε πάνω απ' τον υπόνομο, να διασφαλίσει πως το φεγγάρι του δεν χάθηκε, πως δεν πήρε δρόμο για αλλού, πώς εκείνος θα είναι ο ήρωας του. Στη θέση του φεγγαριού όμως είδε κάτι άλλο.
Ένα κέρμα, και πιο συγκεκριμένα ένα δίευρω μισοβουτηγμένο στα λασπόνερα του υπονόμου.

Ήταν τέτοια η απογοήτευσή του που όλη τη μέρα δεν άπλωσε τη χούφτα σε περαστικό.
_________________________________________________________________________________
* χρήση τσιγγάνικης διαλέκτου.
http://www.keda.gr/roma/files/mikro_leksiko.pdf
_________________________________________________________________________________


1η δημοσίευση στο Animartists
Διαβάστε περισσότερα »
0 σπόροι

Όλα μοβ

Χωμένος μέσα στους φακέλους. Ανά μισή ώρα ο τύπος με τη μοβ φόρμα και τα κοκάλινα μοβ γυαλιά, του έφερνε κι άλλους. Είχε πάντα μαζί του ένα ασημί τροχήλατο κι εκεί εναπόθετε τις στοίβες που άφηνε στο γραφείο του Χ. 10-10 φάκελοι κάθε φορά. Στο γραφείο υπήρχαν δύο ντάνες. Εκ των αριστερών, ήταν αυτή με τους τελειωμένους φακέλους από τον Χ. Στα δεξιά, η ντάνα με αυτούς που έφερνε ο Μοβ. Ο Χ. τελείωνε έναν φάκελο ακριβώς σε 33 λεπτά. Με τη συχνότητα που μετακινούνταν οι φάκελοι από τα δεξιά στα αριστερά, κατάφερνε για 15 λεπτά να εξασφαλίζει μια λωρίδα ουρανού από το παράθυρο που ήταν στα δεξιά του. Ύστερα το ηλεκτρικό φως του πορτατίφ έκανε τη δουλειά του. Δούλευε για 12 ώρες και 45 λεπτά κάθε μέρα. Υποχρέωσή του, να περνάει τα δεδομένα του φακέλου σε ηλεκτρονική βάση στον υπολογιστή. Τα χέρια του έπαιρναν φωτιά. Τυφλό σύστημα και σκανάρισμα στην επιτάχυνση. Δεν χάζευε, δεν σήκωνε κεφάλι από τα ψηφία παρά μόνο ανά δεκαπέντε λεπτά για να κοιτάξει αυτή τη λωρίδα ουρανού, να ψυχανεμιστεί τον καιρό, να οραματιστεί τη ζωή έξω από αυτό το κτίριο. 

Ύστερα πάλι τα ίδια. Ο Μοβ δεν μίλαγε, δεν κοιτούσε καν τον Χ. Έφερνε φακέλους, μέτραγε την αριστερή ντάνα με τους τελειωμένους κι έφευγε. Εάν ο Χ. δεν είχε ικανοποιητικό αριθμό φακέλων στα αριστερά του, χτυπούσε το τηλέφωνο. Θα ήταν ο Μεγάλος. Ο Χ. σηκωνότανε και πήγαινε στο γραφείο του. Διέσχιζε ένα διάδρομο με μοβ στους τοίχους κι ένα βρώμικο μωσαϊκό για πάτωμα. Ήξερε κάθε φορά τι θα του έλεγε ο Μεγάλος. «Δεν είμαστε ικανοποιημένοι από την ταχύτητά σου, από την ποιότητά σου, ούτε καν από τη φάτσα σου. Αν δεν επιταχύνεις κι άλλο, η πόρτα θα ανοίξει και κάποιος άλλος θα πάρει τη θέση σου». 

Τα χείλια του Μεγάλου ήταν μπλαβί από ένα ατύχημα που είχε κάποτε. Ο Χ., με την ελαφρά μυωπία που είχε, έβλεπε μια μοβ σπηλιά να ανοιγοκλείνει και να εκσφενδονίζονται ξυράφια. Θα έβγαινε κάθε φορά από το γραφείο του Μεγάλου με ματωμένα μπράτσα και καρφωμένα ξυράφια στο κούτελο. Ώσπου να ξαναεπιστρέψει στο γραφείο του και να τα αφαιρέσει. 

Με τούτα και με κείνα, ο Χ. είχε μειώσει τον χρόνο εργασίας του κάθε φακέλου σε 18 λεπτά. Εκείνη τη φορά που χρονομετρήθηκε, ένιωσε μιαν ικανοποίηση κι ευχαρίστηση ότι επιτέλους ήταν ένας άξιος εργάτης. Το ίδιο βράδυ ονειρεύτηκε μιαν αύξηση, λιγότερες ώρες εργασίας, μια πιθανότητα να ζητήσει από τον Μεγάλο να βάψει το γραφείο του από μοβ βαθύ σε λευκό. Ονειρεύτηκε επίσης ένα ορθάνοιχτο παράθυρο κι έναν ήλιο να ανεβοκατεβαίνει σαν αλογάκι καρουζέλ. 

Πήγε πετώντας την άλλη μέρα, προικιά της περασμένης ο ενθουσιασμός. Έμεινε όμως με τα γόνατα κομμένα. Ο Μοβ τον περίμενε έξω από το γραφείο του. Ο Μοβ δεν είχε το ασημί τραχήλατο δίπλα του με τους συνηθισμένους πρώτους 10 φακέλους. Υπήρχαν 30 φάκελοι πάνω κι άλλοι 10 στο πάτωμα. Η έκπληξη του Χ. δεν επηρέασε καθόλου τον Μοβ. Με λεία, στεγνή φωνή τού ανακοίνωσε πως η κρυφή κάμερα του γραφείου ανακάλυψε πως η ταχύτητα του Χ. αυξήθηκε, οπότε για να καλυφτεί η εργατοώρα του, θα κάνει περισσότερους φακέλους. 

Δεν θυμάται τίποτα άλλο ο Χ. μετά από αυτά. Η αστυνομία μίλησε για νευρικό κλονισμό. Το μελανιασμένο, ακούνητο σώμα του Μοβ διπλωμένο στο φορείο έμοιαζε σαν ασημένιο διακοσμητικό τυλιγμένο με πένθιμη κορδέλα. 

1η δημοσίευση στο DocTV
Διαβάστε περισσότερα »
0 σπόροι

"how strange.."

Παρασκευή, στο τσακ σαββάτο. Χαμένος εαυτός πώς το λένε. Κλεισμένη πόρτα και τα κλειδιά χαμένα. Πόσο καιρό να βάλεις αυτόν τον εσκαφέα μέσα στο στόμα και να βγάλει φωνήεντα και σύμφωνα ωραία στοιχισμένα, μωρά παιδιά, δικά σου από τα έγκατα; 
Σιχαίνομαι το λυρισμό και όλο τα ίδια λέω, νέα ψηφιακά ραδιόφωνα ανοίγουν, νέα κείμενα, να ‘χες εναν έξτρα επεξεργαστή να σάρωνε όλα αυτά τα καινούργια πράματα, να αποτυπωνόντουσαν μέσα σου και συ σοφός και καλύτερος. 
Καλογυαλισμένος απ’ έξω, συγιρισμένος από μέσα. Καμία σκουριά, και όλα φρέσκα μυρωδάτα

illustration: Beth Spencer



Διαβάστε περισσότερα »
3 σπόροι

"I am the son and the heir of a shyness that is criminally vulgar"


ξεκούδουνα ήρθες. χωρίς κανέναν ήχο, μα μέσα μου ρίγησαν κάτι πέταλα ευαισθησίας. εναπομείναντα. ύστερα κρεμάστηκαν ν' ανεμίζουν στον αέρα. εσύ σένιος. έρωτας; η καρδιά μπαλόνι. η καρδιά άγκυρα. μετά μια φούσκα. το μυαλό γυρίζει και εξαυλώνεσαι. δεν θέλω να σε μεγενθύνω. τουλάχιστον όχι ακόμα. να γράψω για σένα και να πώ τι; να θυμηθώ να σου κάνω μια ερώτηση… οι άνθρωποι με μπλε μάτια τα βλέπουν όλα πιο νωχελικά, γιατί στην οδό Μαυροματαίων που ζω το κάρβουνο, καμία φορά, καπνίζει όλο τον ουρανό. Υπερβολές. Ακυρώνω τις υπερβολές μου. Μα τί να γράψεις για κάποιον ξένο που σε ελκεί; Και δεν ξέρεις γιατί σε ελκεί. Σώματα να σμιλεύονται . Έχωνα τα δάχτυλά μου στα πλευρά σου, ήθελα να σφινώσω όσο εσύ έπαιζες με τις τρύπες και ήταν όλο αυτό τόσο ανοικειο. δεν θα σε ξανάβλεπα. το ήξερα. μετά από μένα, κάποια άλλη. δράμι τρυφερότητας δεν μου χάρισες. όταν σε ξεγέλαγα, έκλεβα λίγο στοργή και μετά επανερχόσουν στα τερτίπιτα του ξένου. δεν μπορούσα να σε αγγίξω εκεί βαθειά. στις αρτηρίες της ψυχής σου. Ή αν το έκανα είχες το ίδιο μεταλικο πρόσωπο με τα 2 μπλε μάτια. εναπομείναντα.
Διαβάστε περισσότερα »
1 σπόροι

Η βία δεν έχει ηλικία, δεν έχει μονοπώλιο

«Το γεγονός ότι πολλές χώρες εξακολουθούν να ζουν κάτω από το ζυγό της αυθαίρετης εξουσίας και βίας, μπορεί να μας λυπήσει, αλλά δε θα πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι τα ιδανικά μας δεν είναι έγκυρα. Εξάλλου, αυτά τα ιδανικά χρειάστηκαν αιώνες για να ριζώσουν στις κοινωνίες μας. Η ελευθερία δεν είναι μια σταυροφορία, είναι μια πρόταση». Πασκάλ Μπρυκνέρ, Η τυραννία της μεταμέλειας 

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΒΙΑ. Πάνε μαζί αυτά τα δύο. Μια μάζα θερμαίνεται, εκρήγνυται και παίρνει μπάλα όλο τον περίγυρο. Βλέπεις, αλλιώς δε θα ‘χε δημιουργηθεί η Γη. Τεράστια έκρηξη έκανε το σύμπαν πασπαρτού με γαλαξίες, αστεροειδή και πλανήτες. Χωρίς τη βία, τίποτα. Από αταβισμό, δηλαδή, η βία είναι μέσα μας. Σαν αναπόφευκτη πορεία άυλων δυνάμεων διασχίζει τις γενιές. Άλλοτε περνάει από δίπλα τους κι άλλοτε τις καταδυναστεύει, με έναν απόηχο από ουρλιαχτά και ρημαγμένα τοπία να μένει στα μεθεόρτια.

Η ΒΙΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΗΛΙΚΙΑ, ΑΛΛΑ ΕΝΤΑΣΕΙΣ. Γεννιέται και μεγαλώνει μαζί με τον άνθρωπο. Από βρέφος ξεπετάγεται μέσα του, εκεί που η λέξη συνειδητότητα τού είναι άγνωστη ακόμα. Σαν νούφαρο φυτρώνει πάνω στην καρδιά. Αναπνέει, δυναμώνει τις ρίζες του, κλέβοντας αίμα από τις αρτηρίες κι αν το αφήσει κανείς ελεύθερο, θεριεύει και εξουσιάζει την ψυχή του. Ύστερα ο άνθρωπος ζει αποκλειστικά για να ταΐζει ετούτο το τέρας, με απαράμιλλο κόστος τις ζωές και τις ψυχές των άλλων.
ΣΤΙΣ ΠΙΟ ΜΙΚΡΕΣ ΚΡΑΥΓΕΣ, στις πιο αθώες χειρονομίες, η βία καραδοκεί κι εμφανίζεται. Όσο και να την περιμένεις, πάντα θα σε εκπλήσσει. Σ’ ένα φθόγγο, σε μια ελλειπτική κίνηση του καρπού, σε ένα γκαζάκι. Ακόμα και η αδράνεια θα μπορούσε να θεωρηθεί μορφή βίας. Γιατί βία δεν είναι μόνο ό,τι κάνει κρότο κι αφήνει σκυλευμένα πτώματα. Βία είναι και η σιωπή και η αδράνεια. Κατακερματισμένα δευτερόλεπτα που περιμένεις μιαν απάντηση κaι μένεις να τρως μια τούρτα απαξίωσης. Βία είναι ό,τι σου σακατεύει την ψυχή.

ΟΛΟΙ ΕΙΝΑΙ ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ Ή ΘΥΤΕΣ. Δεν υπάρχει μονοπώλιο. Στους μεγάλους θυμούς εξακοντίζονται οι δυνάμεις της. Δρα ανεξέλεγκτα, αυθόρμητα. Ο φορέας της τις περισσότερες φορές αναλογίζεται στο «Μετά» τι θα μπορούσε να ‘χε γίνει αλλιώς. Σκέψεις με λερωμένα χέρια, εμπειρίες για την επόμενη φορά, αλλά στην επόμενη φορά είσαι τόσο στιγματισμένος από τους άλλους, ώστε ο περίγυρος φοράει πανοπλίες ή κουβαλάει όπλα μαζί του. Αντι-βία, αλλιώς. Άμυνα στη βία, επισήμως. Γιατί η βία μπορεί να γίνει πανδαιμία. Δεν είναι τόσο η ανάγκη προστασίας. Ο φόβος του θανάτου, που ενδεχομένως κάνει κάποιον βίαιο, εύκολα μετατρέπεται σε μια ανάγκη νίκης. Να παταχθεί η βία με περισσότερη βία, μια επίδειξη δύναμης, και στο ικρίωμα ν’ ανεβαίνει ο λιγότερο προετοιμασμένος.

ΜΑ ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΑΝ ΑΦΗΣΕΙΣ ΤΗ ΒΙΑ ΜΕΣΑ ΣΟΥ σαν μηχανισμό σε λανθάνουσα κατάσταση, υπάρχει πάντα ένα χρονικό περιθώριο για να τρέξουν καταλύτες καλοσύνης μέσα στο αίμα σου. Να μαλακώσει το αγκάθι, να μη γίνει ντόμινο η βία. Παιδεία κι ενσυναίσθηση είναι η μόνη λύση. Εξευγενισμένος είναι ο άνθρωπος που ξέρει να γαληνεύει τους θυμούς του. Με χέρια μαλακά, κι όχι τραχιά ακροδάχτυλα που γδέρνουν στο πέρασμά τους.

Δημοσίευση στο DocTV
Διαβάστε περισσότερα »
0 σπόροι

Την ευαίσθητη.


Aγγίζεις τόσο πολύ 
την ευαίσθητη πλευρά μου, 
που σα φεύγεις 
γίνομαι ακόμα πιο σκληρή
από πριν σε γνωρίσω. 
Διαβάστε περισσότερα »
0 σπόροι

Το βουνό των βλεμμάτων


Την αγαπούσε τη θάλασσα. Αλλά δεν μπορούσε με τη λογική να εξηγήσει το γιατί. Μήδε συγγενείς στα καράβια είχε, μήδε μεγάλωσε σε κανένα νησί. Βουνίσιος. Από βουνίσια κωμόπολη. Η θάλασσα ήθελε καβάλημα βουνών και ποτέ στα παιδικάτα του δεν τον ικανοποίησε η θέα της. Βαλτότοποι. Την αγαπούσε τη θάλασσα από τα 25 του και μετά. Την αγαπούσε τη θάλασσα όταν έπαψε να είναι στα μάτια του ένας βαλτότοπος, όταν η θάλασσα απέκτησε ένα βλέμμα, ένα βλέμμα που του ανταποκρινόταν. Την αγάπουσε τη θάλασσα από τη μέρα που γνώρισε τη Μαρία, η Μαρία μπήκε στη θάλασσα, η Μαρία τού έριξε ένα βλέμμα και όλη η θάλασσα έγινε πιο μπλε, πιο καθαρή, πιο δική του. Κατέβηκε από το βουνό του για να συναντήσει το βλεμμα της Μαρίας, αυτό το μπλέ, αυτό το καθαρό βλέμμα, κατέβηκε από του βουνό του για να βουτήξει στη θάλασσα. Την αγαπούσε τη θάλασσα από τα 25 του και μετά. Αλλά δεν μπορούσε με τη λογική να εξηγήσει το γιατί.

Ο ίδιος γιατρός στο επάγγελμα, γιατροί οι γονείς του, γαλουχημένος με ιπποκράτειους όρκους, χειρουργικά γάντια, γάζες και αλλόκοτα ονόματα χαπιών.
Όλα γραμμικά. Ενδείξεις, αιτιάσεις, αποδείξεις. Κάθε μέρα ανέβαινε 46 σκαλιά. Να δεί τις ενδείξεις, να σχολιάσει της αιτιάσεις, να  δώσει τις αποδείξεις στο κοινό του προς τέρψιν. Κάθε μέρα γέμιζε το γραφείο του με φακέλους ασθενών, γέμιζε το γραφείο του με τη θλίψη των αρρώστων, γέμιζε το γραφείο του με τα γλυκά των συγγενών, γέμιζε το γραφείο του με την ελπίδα των αρρώστων, γέμιζε το γραφείο του με το θάνατο. Κάθε μέρα κατέβαινε 46 σκαλιά, έμπαινε στο peugeot του πατέρα του, γύριζε σπίτι. Γύριζε σπίτι με την ελπίδα των αρρώστων, γύριζε σπίτι με τα γλυκά των συγγενών, γύριζε σπίτι με το θάνατο.

Η Μαρία τον περίμενε με κείνο το βλέμμα της θάλασσας, εκείνο το μπλέ βλέμμα, εκείνο το καθαρό βλέμμα. Η Μαρία ετοίμαζε το φαγητό, διάβαζε βιβλία, κλάδευε τα λουλούδια σε στρογγυλά σχήματα. Η Μαρία περιμένε το γιατρό της να της φέρει τα γλυκά των συγγενών, να της περιγράψει την ελπίδα των αρρώστων, να αναστενάξει με το θάνατο. Η Μαρία περίμενε το γιατρό της, κάθε μέρα υπομονετικά, μηχανικά έκανε όλες τις κινήσεις. Η Μαρία που κένταγε μικρά κοχύλια πάνω στις κουρτίνες της, η Μαρία που χάζευε τα κοπάδια σύγνεφων να κάθονται πάνω από τη θάλασσα ή να στριμώχνονται πάνω στο βουνό. Από κείνο το βουνό που κατέβαινε ο γιατρός της κάθε μέρα με το peugeot του, για να φτάσει στη θάλασσα, να φτάσει στο μπλέ της, στο καθαρό της βλέμμα. Το ονόμασε το βουνό των βλεμμάτων.

Η Μαρία δεν ήθελε παιδιά. Ένοιωθε ανυπεράσπιστη μπροστά στις ιστορίες του γιατρού της, μασούλαγε τα γλυκά των συγγενών και την έπιανε στυφάδα σαν ένοιωθε την αγωνία τους, την έπιανε και θαυμασμός για το γιατρό της, ήταν ελπιδοφόρα κάποια γλυκά, ιδιώς τα κανταϊφια, αλλά όλα τ΄άλλα είχαν το σιρόπι του θανάτου. Η Μαρία δεν ήθελε παιδιά. Δεν ήθελε να πάει σε κανέναν γιατρό με γλυκά, δεν ήθελε να πάει σε κανένα γιατρό να τη μπολιάσει με ελπίδα, δεν ήθελε να πάει σε κανένα γιατρό να την ραντίσει με θάνατο. Προτιμούσε να κλαδεύει τα φυτά της.

Εκείνος ήθελε παιδιά, να γεμίσει το σπίτι μικρά πατουσάκια, γέλια, φωνές. Εκείνος ήθελε να πολλαπλασιάσει εκείνο το μπλέ βλέμμα, εκείνο το καθαρό βλέμα, εκείνο το βλέμμα της Μαρίας.  Εκείνος ήθελε παιδιά, η Μαρία όχι. Έμενε τα βράδια να κοιτάει το βουνό που την επομένη μέρα θα τον ξαναέβγαζε στα 46 σκαλιά, που θα γέμιζε το γραφείο του με φακέλους ασθενών, που θα γέμιζε το γραφείο του με θλίψη, ελπίδα, γλυκά και θάνατο. Το ονόμασε το βουνό των βλεμμάτων.

Για κείνον όλα γραμμικά. Σπουδές, δουλειά, γνωριμία, αρραβώνας, γάμος, παιδιά. Στο ενδιάμεσο 46 σκαλιά. Εκείνη ήθελε τον κύκλο. Αγαπούσε την επανάληψη. Δεν υπήρχε ενδιάμεσο. Κλάδευε, κένταγε, μαγείρευε, κλαύδευε, κένταγε, μαγείρευε.

Το βουνό τελικά μπήκε μέσα στο σπίτι τους. Το βουνό μπήκε ανάμεσά τους. Χάλασε τη στέγη του σπιτιού. Από τη μια πλευρά η Μαρία από την άλλη ο γιατρός. Τα βλέμματα πάνω στο βουνό. Πουθενά το καθαρό, το μπλε, το βλέμμα της Μαρίας. Ο γιατρός έβλεπε μόνο χώμα. Τα ίδια και η Μαρία. 
Διαβάστε περισσότερα »
Η φωτογραφία μου
Επέλεξα επίτηδες την οδό Μαυροματαίων, για να ξορκίζω την έκφραση "μαύρα μάτια κάναμε να σε δούμε"... Γ.Ξανθούλης
"ο σουρεαλισμός αποδεικνύει ότι το υπερπραγματικό είναι η ίδια η ανυπότακτη πραγματικότητα απαλλαγμένη από το κοινότοπο."
Μαλβίνα Κάραλη
____________________

"Μασάω λαίμαργα το καιρό
κι όλο σε περιμένω"

Γιάννης Κοντός

στο ψάξιμο

"Νύχτωσε πάλι
Η μέρα που ήταν να 'ρθει σήμερα τι απέγινε;"

Γιάννης Αγγελάκας
____________________

"Έχω ζήσει τόση πολύ βουβαμάρα εδώ μέσα, που για μένα τα γράμματα παίζανε το ρόλο συζήτησης. Μετά κατάφερα να κουβεντιάζω ολομόναχη."
Ιωάννα Καρυστιάνη
"Κανείς να μη μάθει πώς ζήσαμε,
κανείς να μην ξέρει από πού ερχόμαστε και, προπαντός,
κανείς να μη μάθει ποτέ πώς πεθάναμε."

Γιώργος Χειμωνάς
____________________

"Είναι η περίληψη
των σιωπών μου που εκρήγνυται και φέγγω ολόκληρη
όταν λυπάμαι"

Στέλλα Βλαχογιάννη
____________________

"Η οικογένειά μας έπασχε
από μιαν ανίατη ασθένεια:τις αναμνήσεις"

Μάνος Ελευθερίου

όλο το σώμα μου συρτάρια

"Ζήσαμε πάντοτε αλλού και μόνον όταν κάποιος μας αγαπήσει
ερχόμαστε για λίγο."

Τάσος Λειβαδίτης
____________________

"πιάνομαι γερά από
τον τρόπο μου που έχω να σαρώνομαι"

Κική Δημουλά
____________________

"Κάθε φορά που σώζεται κάποιος συναντάει το παιδικό εαυτό του με τρύπες σ' ολόκληρο
το σώμα"

Χρήστος Βακαλόπουλος




followers