Content

14 σπόροι

"When they kick at your front door how you gonna come?"

Δαγκώνω τις λέξεις μη βγουν ολοστρόγγυλες από το στόμα. Σαραβαλιασμένες τις αγαπάω περισσότερο. Φιλάω τον καθρέφτη. Με κοιτάω με επιμονή μα θυμάμαι τα μάτια σου. Θέλω να βελονιάσω τους δακρυγόνους αδένες μου. Δε θα τελειώσει αλλιώς αυτό το παιχνίδι. Ακούς ένα τραγούδι, και τα αλάτια κατεβαίνουν με ορμή. Θα πάει μακριά αυτή η βαλίτσα;

"Ρουά ματ", είχα ψελίσσει. Παιχνίδι σικέ εξ' αρχής, μα να που ο στρατηγός κλαίει δίπλα στο θρυμματισμένο πύργο σου.

Σιωπώ. Ό,τι και να ειπωθεί, θα ερμηνευτεί αλλιώς. Δε με βοηθάνε οι λέξεις μου. Οι δαγκωμένες λέξεις μου. Κατρακυλάνε στις σκάλες. Ψάχνουν για τσιρότα. Φεύγουν απ' το σπίτι. Όταν είμαι σαραβαλιασμένη, δε με αγαπάνε.

Κοντράρω τις λύπες μου με αυτές του κόσμου και αποχωρώ αμαχητί. Υπάρχουν πάντα σοβαρότερες. Το βουλώνω με τα αποσωποιητικά να στάζουν στα πατώματα.

Γυαλίζω τις μπαρέτες μου και βγαίνω στο δρόμο.

Μόνη είμαι.

Και δαγκωμένη.

Σιωπή.

Αισθάνομαι σα κοκκινάδι που λέκιασε τη μπλούζα σου. Δε με θες.

Σα μια γραμμή ισχνή, μα ικανή να μουτζουρώσει τοίχο.

Τίποτα δεν έμεινε όρθιο, παρά μόνο το χαμόγελο.

Να σου φτιάξω ένα απο δαγκωμένες λέξεις;

Σπάω το ρόδι. Το μέσα σου. Το μέσα μου.

(φώτο: Γ. Εμφιετζίδης)
Διαβάστε περισσότερα »
5 σπόροι

"στη θάλασσα της κόμης σηκώνει κύματα"

(...ή αλλιώς αυτόματη γραφή Νο7)

Θυμάμαι τη Γκρέτα στο λύκειο να απαγγέλει με στόμφο Ελύτη: "Δδδ-άγκω- σα τη μέ-ρα και δεννν έστα-ξξε ού-τε μια! σταγό-να πρρ-άσινο αί-μμα". Από τότε έχω συνδέσει τον Ελύτη με τη Γκρέτα και δεν ξέρω αν φταίει ο στόμφος της φωνής της Γκρέτας ή ο στόμφος των στίχων του Ελύτη. Αυτό το πράσινο αίμα μού φερνε στο χαοτικό μυαλό μου τα χελωνονιτζάκια και τον δάσκαλό τους, ένα ποντίκι καφετί με ροζ ρόμπα και το κλαδί ανά χείρας. Ήθελε η Γκρέτα να μας απλώσει στα μούτρα την απελπισία του Ελύτη, κι εγώ χανόμουν σε υπονόμους. Συνεπώς, δεν είμαι φαν (του Ελύτη, ντε!) κι από τον αθέατο Απρίλη κάτι ψιλά μονάχα κατάλαβα. Τα σκεφτόμουν προχτές βράδυ αυτά που ήπιαμε πάλι ως και τα πατώματα και η λαϊκάτζα τραγουδιάρα του Αδιαχώρητου ανεβοκατέβαινε το 3όροφο μαγαζί για να έχει επαφή με τον κόσμο και τα μπριζολάκια, ενώ εμείς είχαμε κολλήσει στο στριμωξίδι γιατί ο έξυπνος ο μαγαζάτορας είπε να κάνει πράξη το όνομα του μαγαζιού. Συλλογιζόμουν επίσης τα χαρτιά που μου ρίξανε και βγήκε πως με σκέφτεσαι μερόνυχτα ολάκερα, σταματημό δεν έχεις, μα τι σκέφτεσαι πια;, και πως το 2007 θα μας βρει μαζί σε ταξίδι. Ταξίδι αλαργινό θα ναι..., ταξίδι με το βαρκάρη του Αχέροντα θα ναι..., θα σε γελάσω άμα σου πω ότι ξέρω και δεν το θέλω. Και τώρα που πα Αχέροντας, ο Ρένος πάλι με μια κάμερα είναι, ετοιμάζει ταινία με φέρετρα και κοράκια, η Μυρτώ ευχήθηκε φέτος να πέσω απάνω του και να δω αστράκια, αλλά πιο πιθανό είναι να πέσω πάνω στον Τράγκα και να δω διαβολάκια. Κατά τα λοιπά και υπόλοιπα, μπουρδουκλώνομαι με τις ταχύτητες στο αμάξι, παλεύω να ξεχωρίσω την 1η από την 3η , γιατί δε φτιάξανε κιβώτιο ταχυτήτων με κουμπάκια;, το νυχτόσπιτο κάνει το σταυρό του όταν με βλέπει στο τιμόνι, βγήκε ο Χάρος παγανιά, κι άλλα τέτοια διασκεδαστικώς εμψυχωτικά, οικογενειακή θαλπωρή σου λένε μετά. Δε βαριέσαι.

(φώτο:Carrie Musgrave)

Διαβάστε περισσότερα »
2 σπόροι

"ζωή εγχείρημα, δίχως βολέματα, δίχως βολέματα"

(Νεκταρία Γιαννουλάκου)

Είπες εδώ και χρόνια:
"Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός".
Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς
στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου,
ακόμη κι όταν σε ποντίζουν
στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου
ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο
έχει τριφτεί και δεν αντέχει
αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη
την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου
για να την ανοίξει στο φως.

Πάνω σε μια χειμωνιάτικη λιακάδα-Γ. Σεφέρης
__

Ma quando vide la luna uscire da un nuvola...
τραγούδι: Σάκης Μπουλάς, απ' το Ζυγό, Δεκέμβρης 2006

Διαβάστε περισσότερα »
7 σπόροι

"Moon finds a cradle in traffic lights"

(Alastair Magnaldo)
Οι μουσικές είναι μια στάμνα με δροσερό νερό και μαύρο βυθό. Σαν ένας πηλός κεντημένος. Σα μικροστολίδια και σεμεδάκια για το τραπεζάκι της γωνίας. Αυτό το τραπεζάκι που χωράει μέσα στις αγκίδες του όλη τη λύπη του απογέματος. Αυτό το τραπεζάκι το τόσο συμβιβασμένο ώστε να δέχεται τα κλειδιά σου και τους λογαριασμούς του ΟΤΕ δίχως μια καλημέρα. Γιατί η πιο όμορφη ευχή δεν είναι το Καλές Γιορτές ή τα Χρόνια Πολλά. Η πιο όμορφη-και φυσικά χρήσιμη- ευχή είναι η καλημέρα.
Ίσως να φταίει ο μη ενθουσιασμός μου στον ενθουσιασμό του φαινομενου Χριστούγεννα.
Ίσως βέβαια κι η αποστροφή μου στα αγγελάκια και στη χρυσόσκονη.
Ίσως που το
Last Christmas έγινε πολύ last και έχω κουραστεί να δίνω καρδιά από δω κι από κει λες κι είναι καλαθάκι για έρανο.
Ίσως πάλι να φταίνε και τα γεμιστά μελομακάρονα του Κατσέλη που μου φουσκώνουν τις τύψεις. (γμτ!)

Διαβάστε περισσότερα »
5 σπόροι

"... never questions that needed reply "

Η Αχιλλέως ντυμένη με λαμπιόνια, Πακιστανοί με ατέλειωτα ζιγκ-ζαγκ ανάμεσα σ' αυτοκίνητα, προσπαθούν να πιάσουν ένα, μόνο ένα, βλέμμα που θα λαχταρά πλαστικούς Άγιους-Βασίληδες. Φευ.

Η Merchant με ρωτά σε ποια πλευρά είμαι. Σε ποιο δρόμο ανήκω. Σε ποιο δρόμο πάω. Μα η Αττική Οδός ήταν πάντα συνηφασμένη μέσα μου με ένα ροζ χρώμα κι αυτό δε μ' άρεσε. Δωσ' μου μπλε για να ανασάνω. Τρέχω και τρέχω. Μη πατάς την άσπρη γραμμή. Ποτέ μη πατήσεις την άσπρη γραμμή. Ούτε ανθρώπου, ούτε δρόμου, ούτε χρόνου. Τότε όλα θα εκραγούν. Εύφλεκτο αίμα. Mε αισθάνομαι. Kαι με φοβάμαι. Στα αεροδρόμια μού προκαλούν άγχος οι τόσοι λογότυποι γύρω μου. Λες και πρέπει να αποκωδικοποιήσω την κάθε καμπύλη. Αισθήματα σε λανθάνουσα κατάσταση. Αφίξεις- αναχωρήσεις. Πού πάω; Έχασα την έξοδο. Η μάνα μου με κόκκινα μάτια ανοίγει αγκαλιές να χωθεί η ξενιτιά. Σκορπίσαμε όλοι για να βρεθούμε βράδυ Πρωτοχρονιάς με φιλιά στα μάγουλα. Στην Κηφισίας με μπαγλαρώνουν μηχανάκια από δεξιά, μ' αποπροσανατολίζουν εξατμίσεις και ταρίφες. Μη μιλάς. Πρέπει να φτάσουμε. Στο τέρμα. Να τα ξοδέψουμε όλα. Βενζίνη, χάδια, λόγια, πράξεις, κι αυτό το αίσθημα αγάπης που τόσο πολύ το στολίζουμε για να το κρύψουμε στο τέλος. Ναι, ναι, όλα να τα ξοδέψουμε. Όλα. Εσύ, αν μπορείς, κάνε κι αλλιώς...

(φώτο: F. Νterryan)

Διαβάστε περισσότερα »
3 σπόροι

"έχω στόμα δύσκολο, βλέμμα απατηλό"

(Geoffroy Demarquet)

Ένα βράδυ- ένα τυχαίο βράδυ- κλειδώθηκε στο μπάνιο κι όταν βγήκε ματωμένος, καθημαγμένος, χαμογελούσε. Στο σπίτι αντηχούσαν λυγμοί· μια βρύση έσταζε· το ψυγείο έβγαζε έναν ανεπαίσθητο ήχο σαν μηκυθμό ή σαν φλοίσβισμα. Η μοναξιά της νύχτας. Δέσαμε σφιχτά τα τραύματα μ' έναν επίδεσμο που ξετρύπωσα από το βάθος του ντουλαπιού· έπειτα, καθίσαμε ήσυχοι και σιωπηλοί κι ακούσαμε ένα τραγουδάκι που έμοιαζε να απευθύνεται σ' εμάς: It hurts me too. Ό,τι πληγώνει εσένα, πληγώνει κι εμένα. Τί μας πληγώνει; Η προδοσία· τα αιχμηρά αντικείμενα· τα ξυραφάκια. Δε μπορείς ν' αγαπάς κάποιον χωρίς να τον βλάπτεις.

Το επόμενο πρωί περίμενα ότι οι πληγές θα είχαν κλείσει· όμως είχαν ανοίξει περισσότερο. "Δεν αρκεί να ονειρεύεσαι", είπες, "πρέπει να αξίζεις τα όνειρά σου".

Σ. Τριανταφύλλου - Body stories

Διαβάστε περισσότερα »
5 σπόροι

"πάντα το δάκρυ του χαμένου τόνε φτάνει"

(η συνέχεια και μάλλον το τέλος)

Σιχαινόταν τα τρένα, τους σταθμούς, τα εκδοτήρια. "Σκουριασμένες ρόδες πάνω σε καταθλιπτικές ράγες, φωλιές ποντικών", τ’ αποκαλούσε. Γι αυτό το λόγο, απ’ τα 18 του είχε βγάλει δίπλωμα να καβαλάει τους δρόμους με ένα παπάκι, στη συνέχεια με μηχανή και τώρα μ’ αυτοκίνητο. Δεν έδινε λογαριασμό σε ελεγχτές και παρατρεχάμενους, "απομεινάρια φασισμού" έτριζαν οι λέξεις κάτω απ’ τη γλώσσα του. Τον τρόμαζαν και οι γιαγιάδες που έμπαιναν με τα στυλό αγκαλιά, αγγαρεύοντας τη λύπη του να δώσει ό,τι ψιλά του χαν μείνει στο παντελόνι. Μπαίνανε και τα πρεζάκια στα βαγόνια, και μια βελόνα που χε βρει τυχαία πεσμένη κάτω απ’ το κάθισμά του τον είχε ταράξει. Έπρεπε όμως, έπρεπε σήμερα, ύστερα από 20 χρόνια, να ξαναχωθεί στο στόμα του τρένου και να κατέβει στην Αθήνα. Το αμάξι στο συνεργείο, χαλασμένο καλοριφέρ, γκρίνιαζε η Τούλα: "κρυώνω, κρυώνω, πότε θα το πας στο συνεργείο;" Και να που το πήγε, και να που έπρεπε να ξαναμπεί σε βαγόνι για να πάει στη δουλειά του. 6.45 ώρα πρωινή, να τος στο σταθμό Αγ. Νικολάου. Ο χαρτοφύλακας στο χέρι, η γκρι καπαρτίνα και η μαύρη ομπρέλα, απαραίτητο σετάκι τραπεζοϋπαλλήλου, άλλοι 2-3 στο ίδιο μοτίβο, έκανε μπαμ από μακριά το συναδελφιλίκι. Άμα μπορούσε να ξεχωρίσει και τη μάρκα της καπαρτίνας, θα καταλάβαινε και το βαθμό τους. Το τρένο γουργούριζε πάνω στις ράγες, γκρίνιαξαν τα φρένα του καθώς σταμάτησε και η σαρδελοποιήση σε όλο της το μεγαλείο άρχισε. Ο κόσμος πολύς, αλλοδαποί, γυναίκες απ’ το Αζερμπαϊτζάν με χρυσά δαχτυλιδάκια στο χέρι, παιδιά που θα κατέβαιναν στο Μοναστηράκι για καφέ με τον αέρα της κοπάνας από μαθήματα, "σιγά κύριε, μη σπρώχνετε" και τα λοιπά. 20 χρόνια και τίποτα δεν είχε αλλάξει. Βρήκε ο τυχερός μια θέση να κάτσει. Κοίταξε πρώτα κάτω, βρωμιά, πατημένα εισιτήρια, "δε θα ζήσω μέχρι να βγω Ομόνοια", μουρμούρισε. Σήκωσε το κεφάλι προσπαθώντας να μη φανεί ο σνομπισμός του για όλους γύρω του, και τότε την είδε καθισμένη απέναντί του. Κι ο σνομπισμός έγινε ένας τεράστιος καθρέφτης που έσπαγε κι όλο έσπαγε και τα κομμάτια πέφταν πάνω του. Νόμισε πως το βαγόνι πνίγηκε από τα αίματά του. Ήταν εκείνη. Η γυναίκα του για ένα δίμηνο, η κοπέλα του για 5 χρόνια, και το φλερτ του για 1 χρόνο. 6 χρονών και 2 μηνών η γνωριμία τους, μόλις είχε αρχίσει να μαθαίνει την αλφαβήτα, 6 χρονών μωρό που πέθανε άδοξα και άτιμα. Εκείνη κοιμότανε, δεν τον είχε πάρει χαμπάρι, δεν είχε πάρει κανέναν χαμπάρι, είχε πέσει σε λήθαργο, "ζει;", αναρωτήθηκε χαζά, "ούτως ή άλλως μαζί της μόνο χαζά φερόμουνα". Θα χαν περάσει 3 χρόνια από την φορά που τον πέταξε έξω απ’ το σπίτι τους, του εκσφενδόνιζε απ’ το μπαλκόνι τα πουκάμισα και τα μάτια της είχαν γίνει δυο μαύρα μανιτάρια. Δηλητηριασμένα. Οι αναμνήσεις πέφταν πάνω του και με χειρουργική ακρίβεια τον κεντούσανε. Τα μαλλιά της είχαν μακρύνει, τα ρούχα της δεν τα ήξερε, και "πού πηγαίνει με το τρένο τόσο πρωί; Ή από κάπου γυρνά;" Και να που τον πλάκωσε και η ζήλια, "Πού να γυρίζει; Με ποιον κοιμάται; Τί μου χε έρθει και την κεράτωσα; Ανωριμότητα;". Και οι ενοχές που δεν έδωσε ποτέ όσα πήρε, τον έθαβαν, αναζητούσε μια φωλιά ποντικών να κρυφτεί, μα το τρένο κυλούσε κι αυτή κοιμόταν ξέγνοιαστη. Ήθελε να την πάρει αγκαλιά, να την σηκώσει δίχως να την ξυπνήσει, και να βρεθούνε 3 χρόνια και 2 μήνες πριν στο κρεβάτι με τα νυφικά σεντόνια-προικιά της μάνας της. Ήθελε, ήθελε, μα φοβόταν μην την ξυπνήσει, φοβόταν μη τα μάτια της ήταν ακόμα δυο μαύρα δηλητηριασμένα μανιτάρια, ντρεπότανε που την κοίταζε έτσι σα χάνος, νόμιζε πως όλοι είχαν καρφωθεί πάνω του και τον φωνάζανε: "καθίκι". Ο κόσμος σάλεψε μέσα του, κι έξω του οι επιβάτες ανασκουμπωνόντουσαν "Επόμενη στάση: Ομόνοια", ανήγγειλε το μεγάφωνο. Εκείνος δεν ήξερε τι να κάνει. Να φύγει να πάει στη δουλειά του, να μοιράσει δάνεια, ή να μείνει εκεί να την χαζεύει να κοιμάται, να περιμένει να ξυπνήσει, να της ζητήσει συγγνώμη με 3 χρόνια καθυστέρηση; Σηκώθηκε συντετριμμένος, άγκυρες είχαν γαντζωθεί στο στόμα του μα βούλιαζε η καρδιά του, κρατήθηκε από τον χαρτοφύλακα και βγήκε.

Διαβάστε περισσότερα »
4 σπόροι

"Carve my initials in an old dead tree"

(Jacek Gasiorowski)

Ξύλο μασίφ και χαλιά πηγμένα στα ακατάληπτα σχήματα, αχνίζουν κάμφορα κι αναμνήσεις. Αστόλιστο σπίτι, επέμενε η ρεαλίστρια για λαμπιόνια, άσε να επιστρέψουν πρώτα οι άσωτοι κι αυτοί που όλο φεύγουν. Μα εγώ είμαι που φεύγω. Θέλω ένα κεράκι να μυρίζει κανέλλα. Να το ανάβω κάθε απόγεμα, μαζί με τον καφέ, μικρή συντροφιά, θαμπές οι σκέψεις, αχνά χαμόγελα στον καθρέφτη. Δε με ταλαιπωρεί το τρέξιμο, τα χρονοδιαγράμματα τρομπάρουν τις αρτηρίες με άγχος, μα κι αυτό δε με τρομάζει. Είναι σαν να παίζεις σε πίστα του Σούπερ Μάριο, πηδάς πάνω σε μανιτάρια, σκαρφαλώνεις σε κινούμενες πλάκες, πέφτεις σε πηγάδια, καταπίνεις κέρματα, βγάζεις φτερά, γίνεσαι αόρατος και τρέχεις με τρελή ταχύτητα, κάποια στιγμή- δε μπορεί αλλιώς- θα ελευθερώσεις την πριγκίπισσα. Εκείνη ως ανταμοιβή θα σε κάνει σωματοφύλακά της.

Στις οριογραμμές των δρόμων ξεσκαρτάρω φύλλα, γόπες, φυλλάδια προσφορών και κάτι λόγια που έσκαγαν σα βεγγαλικά, μα τώρα αέρας κοπανιστός, δε μπορώ να καταλάβω γιατί το περίγραμμά τους συνεχίζει να καταλαμβάνει χώρο. Τώρα, κομμάτια περασμένης ζωής, κύλησε πια στο περιθώριο. Θα ξεθωριάσουν, fade in, fade out, θα βγάλει ρόδες η βροχή να τα σπρώξει στη θάλασσα.

Κατάλαβες τώρα πόσο αξίζουν τα κρύσταλλα όταν σπάνε;


...
Ξέρω πως είναι κάποιος
που με ψάχνει μέσα στο χέρι του νύχτα-μέρα,
και με βρίσκει, κάθε λεπτό, μες στα παπούτσια του.
Δεν ξέρει πως η νύχτα είναι θαμμένη
με σπιρούνια πίσω από την κουζίνα;

Ξέρω πως είναι κάποιος καμωμένος από τα μέλη μου,
που τον ολοκληρώνω όταν το ανάστημά μου
καλπάζει στο ακριβές του πετραδάκι.
Αγνοεί πως στο χρηματοκιβώτιό του
δε θα επιστρέψει νόμισμα που βγήκε απ' το πορτρέτο του;

Ξέρω τη μέρα,
αλλά μου έχει ξεφύγει ο ήλιος
ξέρω την παγκόσμια πράξη που έκανε το κρεβάτι του
με ξένο κουράγιο κι εκείνο το χλιαρό νερό,
που η φαινομενική συχνότητά του είναι ένα ορυχείο.
Είναι, ίσως, τόσο μικρός εκείνος ο άνθρωπος
που τον πατούν τα ίδια του τα πόδια;

Μια γάτα είναι το σύνορο ανάμεσα σ' εκείνον και σ' εμένα,
ακριβώς πλάι στο κύπελλό της με το νερό.
Τον βλέπω στις γωνίες, ανοίγει, κλείνει
το κουστούμι του, μάλλον μια ερωτηματική φοινικιά...
Τι άλλο μπορεί να κάμει παρά ν' αλλάξει κλάμα;

Αλλά με ψάχνει και με ψάχνει. Τι ιστορία!

Cesar Valleho
Διαβάστε περισσότερα »
3 σπόροι

"Ah, but sometimes I wonder, do you ever think of me?"

Στην Αγγελική.

Μία παρά, σοκολάτα και τα dolphins του Buckley. Βελάκια πέφτουν πάνω της οι ατάκες. Το πιο δυνατό σημείο είναι να μπορείς να απορρίπτεις αυτά που μόλις έχεις πει. Δηλαδή, κυκλοθυμία; Όχι. Δηλαδή βελτίωση, υπογράμμισε μέσα της. Όπως και η ατάκα της Μυρτούς πρόσφατα. Τα αγοράκια μιλάνε για ελευθερία, αλλά εννοούν ανεμελιά. Δίπολα αγάπης- ελευθερίας, αγαπημένο θέμα αντρών, μισητό δικό της. Στο καπάκι και μια καινούργια. Άλλο τί θέλω, άλλο τί έχω ανάγκη. Εκείνη τί ήθελε; Τί είχε ανάγκη; Και τί είχε βρει; Στα 30 παρά κάτι, ένας γάμος με μικρή διάρκεια ζωής, ένα χαρτί διαζυγίου, κι ο εραστής ανά δεκαπενθήμερο. Όλες τις υπόλοιπες μέρες, αυτός σουλάτσαρε με την νταλίκα του πάνω-κάτω στην Εθνική και σε δρόμους αλλοδαπένιους, ενώ εκείνη σερνότανε σε δημόσιες υπηρεσίες για υπογραφές και τα ρέστα. Δεν τον αγαπούσε, την ώρα της περνούσε, μιμόντουσαν τους ερωτευμένους κι αυτό κάπως την ξεγελούσε. Της είχε στείλει 2-3 μηνύματα στο κινητό, μωράκι μου, ‘τοιμάσου, λες και το μόνο που θα τον εμπόδιζε ήταν δυο πόδια κλειστά. Είχε και όμορφες στιγμές η ζωή της, δε παραπονιότανε. Φίλους και κρασί παρέα, επαγγελματική καταξίωση, όλη τη σκάλα την είχε ανέβει αξιοπρεπώς και τίμια. Σαφώς, βέβαια, έχασε κάποιες βαλίτσες στο δρόμο, μα δεν υπάρχει τιμή που να μην έχει τίμημα. Πότιζε κάθε πρωί τις γλάστρες της, επίμονα ξεραμένοι βασιλικοί και γλαδιόλες. Χαιρετούσε και το γείτονα στην απέναντι πολυκατοικία. Εκείνος στο 2ο, εκείνη στον 4ο. Εκείνος τέντωνε τον κεφάλι, έβλεπε τα λουλουδάκια που εξείχαν από το μπαλκόνι της μαζί με τα απλωμένα ρούχα της, κι εκείνη έσκυβε για να δει τα πλακάκια του μπαλκονιού του, κιτρινισμένα πάλι από τις βροχές, και τα παπούτσια του έξω απ’ το δωμάτιό του. Κάθε φορά τής φώναζε "Πάλι τα μαύρα εσώρουχα έβαλες για να υποδεχτείς τη νταλίκα;". Εκείνη δαγκωνότανε κάπως που την έκανε ρεζίλι πρωί Κυριακής, μα δεν τα λεγε από κακία, εξ’ άλλου με κάποιον πρέπει να έχει καλές σχέσεις, να του αφήνει τις γλάστρες όταν λείπει, και μέσα στο σοκ του ανταπαντούσε: "Όχι, τα δικά σου δανείστηκα", γελάγανε και οι δυο με το επαναλαμβανόμενο αλισβερίσι ατάκας, θέαμα δωρεάν για τους απ' έξω, φαινομενικά ακομπλεξάριστοι, τούς ταίριαζε γάντι ο ρόλος της Κατίνας της γειτονιάς. Ύστερα χωνότανε στη κουζίνα και πασπάτευε νευριασμένα το ζυμάρι. Έφτιαχνε ψωμί, συνήθεια από τον πρώην που ήθελε να τρώει ψωμί σπιτίσιο. Αυτός, όμως, πάνω στο 2μηνο των φρέσκων στεφανιών τους, βρήκε μια μικρή, τον πέταξε έξω η περηφάνια της και της έμεινε το διπλό κρεβάτι μαζί με την κυριακάτικη ιστορία με το ψωμί. Όχι, πως το 'τρωγε, της άρεσε η μυρωδιά και μάλλον η ψευδαίσθηση να μαγειρεύεις γιατί κάποιος θα χτυπήσει το κουδούνι.

(μπορεί και να συνεχιστεί...)

Διαβάστε περισσότερα »
14 σπόροι

"κι όχι πως με αγαπάς"

"Το ψέμα δεν το βλέπεις", γράφει ο Θ. μα μένα γιατί δε μου στρώνεται σωστά αυτός ο στίχος; Το ψέμα το βλέπεις. Πέφτει πάνω σου- για την ακρίβεια- και σε στολίζει με ένα ροζέ καρούμπαλο. Στην αρχή, νιώθεις την ανάσα του πάνω στη μύτη και στα τσίνορα, λες: "Μπα! Η ιδέα μου είναι". Ύστερα ακούς το γκντουπ κι αστράκια στήνουν χορό πάνω απ’ το κεφάλι σου. Τοτε το ψέμα γίνεται ψ-αίμα. Όχι, όχι, δεν έχω άλλες διαφωνίες με τον Θανασάκη. Είπα τον προβληματισμό μου και ηρέμησα. Κατά τ’ άλλα, έγινα νυχτόπαιδο κι όλο γυρνάω τα πρωινά στις μύτες των ποδιών. Ο Παυλίδης χοροπηδούσε Στον Αέρα, μα γω κάπου κουράστηκα, και μού στριψαν τσιγάρο. Ύστερα χοροπηδήσαμε ξανά όλοι μαζί και φύγαμε αξιοπρεπώς. Κι ευτυχώς που έρχεται χειμώνας και η Τάνια πάλι πάνω στη σκηνή θα βρίσκεται γιατί κάπου πρέπει να φορτώσω τις μπαταρίες, κι ας μου λένε ότι δεν την παλεύω με αυτά που ακούω.


(φωτο: Λία Ζαννή)
Διαβάστε περισσότερα »
4 σπόροι

"Broken feelings of dreams out of sight"

Εγώ με την τρέλα μου πορεύομαι, κάποτε με των άλλων την παράκρουση και τη δική μου τη σκοτοδίνη και τη φαντασίωση, έτσι που πέρασα, που με πέρασαν·πέρασαν όλα όμως για μένα. Θ’ αυτοκτό. Εννοώ, όταν όλα θα μου δείχνουν το αδιέξοδο. Πρώτα όμως θα βγω από την αφορμή της ψυχής μου και το αίματός μου. Τί λόγια. Κι όμως αυτά τα γράφουν και τα διαβάζουν. Θέλεις ονόματα; Θέλεις χώρες και χρονολογίες και μειδιάματα; Η χώρα του μειδιάματος- άκου· σαν να πηγαίνεις ο ίδιος στην κηδεία σου, έτσι μοιάζεις.

Ποιος από τους δυο μας μιλάει;

Πώς μπερδευτήκαμε και η φωνή σου είναι η φυσική συνέχεια και το αίμα της δικής μου; Αισθάνομαι κάτι και πρέπει κι εσύ το ίδιο; Δίδυμος πόνος. Τ ι α ρ α ι έ ς π ο υ ε ί ν α ι ο ι λ έ ξ ε ι ς . Πώς μπορούν και γιατί τολμούν ορισμένοι κι όλα τα μπορούν και εγώ, δηλαδή, με τι ερείπια θα μπορούσα, αν προσπαθούσα, λέω "αν", αχ, έλα να δεις τα ερείπια της ψυχής μου που καπνίζουν. Τα λεγα το πρωί στους γιατρούς και γελούσαν.

Αυτά δεν τα γράφει κανείς. Κανονικά ό,τι γράφουμε κι ό,τι λέμε πρέπει να το περιφέρουμε από δρόμο σε δρόμο κι από σπίτι σε νύχτα· ο ένας να συμπληρώνει, ο άλλος να αφαιρεί.

Το αλλιώς μας πονά.

Το άγγιγμα του Χρόνου- Μ. Ελευθερίου



...for today for all days to come...
Διαβάστε περισσότερα »
5 σπόροι

"ένα λυγμό να ..."


Jackson Pollock, 1912 - 1956
Number 7, 1951

Enamel on canvas


Δεν είχε όνομα. "Άνθρωπος δίχως όνομα, δίχως ιστορίες.". Έτσι συστηνότανε στους καινούργιους. Τα μάτια του κουβάρι από χίλιες εικόνες. Γι' αυτές ήξερε να μιλάει, γι' αυτές μίλαγε. Του άρεσε να ακουμπά υφάσματα και μάγουλα. "Η αφή, έλεγε, είναι το τρίξιμο της ψυχής." Δε του άρεσαν τα μεγάλα λόγια, αλλά κάποια τσιτάτα τα πέταγε σε καιρούς κάργας μελαγχολίας. Δηλαδή συχνά.
Μια μέρα τα σύγνεφα ήταν τόσο βαριά που ακουμπούσαν το σβέρκο του αγενώς, θολούρα έπεφτε στο πρόσωπο και στις σκέψεις, εκείνος ακάθεκτος συνέχιζε να προχωρά. Προσπαθούσε να χωρέσει κάθε βήμα σε κάθε πλάκα πεζοδρομίου, αλλά πάντα κάπου τα μπέρδευε, μπουρδουκλωνότανε κι έγερνε λίγο προς τα δεξιά. Τελευταία είχε διαβάσει ένα στίχο κι είχε γίνει φωτεινή επιγραφή στο μαυροπίνακα της μνήμης του. Ψυθίριζε συνέχεια: "αναζητώ το στόμα σου, ένα λυγμό να παραδώσω...". Αν μίλαγε λίγο περισσότερο για πάρτη του, θα χε πέραση στις γυναίκες, μα αυτός δειλός από τα γεννοφάσκια του, ονειρευότανε πάντα πως έγραφε πάνω στο κατάστρωμα γράμματα σε ανύπαρκτες αγαπητικιές βουτηγμένες στην κατανόηση. Είχε μεγαλώσει πια, "εφηβικές μαλακίες", χαζογέλαγε πασπαλισμένος με κρυφή περηφάνια για τα κουλτουριάρικα όνειρά του. Τώρα, του χε καρφωθεί η ιδέα να παραδώσει ένα λυγμό. Κατέβαινε την Κλαυθμόνος, ο δρόμος τσίκνιζε σουβλάκια και τα σκυλιά ήταν πάντα πεινασμένα. "Αναζητώ το στόμα σου". Το ποιο; Ποιο στόμα; Η τελευταία την είχε κάνει για έναν λιγότερο βαρετό, σαφώς περισσότερο ομιλητικό. Όχι, λοιπόν, δεν έψαχνε το συγκεκριμένο στόμα, ο β ενικός είχε πάρει αξία γενική, έμπαινε σε ευρύτερα πλαίσια, χώραγε όλα τα στόματα της Κλαυθμόνος, όλα τα στόματα της Αθήνας, κι άμα είχε κουράγια για αισιοδοξίες όλα όλου του κόσμου. "Σιγά", μουρμούρισε. Χώθηκε σε στοές με παπλώματα σε τιμές ευκαιρίας. Παντού λιγδιασμένα χέρια. Βρωμιά. Φοβότανε. "Δε θα πρεπε", σκέφτηκε, "το δικό της στόμα το χω ξεπεράσει πια.". Ήσυχος μα επίμονα φοβισμένος, κατέβηκε στα υπόγεια του μετρό.
Διαβάστε περισσότερα »
Η φωτογραφία μου
Επέλεξα επίτηδες την οδό Μαυροματαίων, για να ξορκίζω την έκφραση "μαύρα μάτια κάναμε να σε δούμε"... Γ.Ξανθούλης
"ο σουρεαλισμός αποδεικνύει ότι το υπερπραγματικό είναι η ίδια η ανυπότακτη πραγματικότητα απαλλαγμένη από το κοινότοπο."
Μαλβίνα Κάραλη
____________________

"Μασάω λαίμαργα το καιρό
κι όλο σε περιμένω"

Γιάννης Κοντός

στο ψάξιμο

"Νύχτωσε πάλι
Η μέρα που ήταν να 'ρθει σήμερα τι απέγινε;"

Γιάννης Αγγελάκας
____________________

"Έχω ζήσει τόση πολύ βουβαμάρα εδώ μέσα, που για μένα τα γράμματα παίζανε το ρόλο συζήτησης. Μετά κατάφερα να κουβεντιάζω ολομόναχη."
Ιωάννα Καρυστιάνη
"Κανείς να μη μάθει πώς ζήσαμε,
κανείς να μην ξέρει από πού ερχόμαστε και, προπαντός,
κανείς να μη μάθει ποτέ πώς πεθάναμε."

Γιώργος Χειμωνάς
____________________

"Είναι η περίληψη
των σιωπών μου που εκρήγνυται και φέγγω ολόκληρη
όταν λυπάμαι"

Στέλλα Βλαχογιάννη
____________________

"Η οικογένειά μας έπασχε
από μιαν ανίατη ασθένεια:τις αναμνήσεις"

Μάνος Ελευθερίου

όλο το σώμα μου συρτάρια

"Ζήσαμε πάντοτε αλλού και μόνον όταν κάποιος μας αγαπήσει
ερχόμαστε για λίγο."

Τάσος Λειβαδίτης
____________________

"πιάνομαι γερά από
τον τρόπο μου που έχω να σαρώνομαι"

Κική Δημουλά
____________________

"Κάθε φορά που σώζεται κάποιος συναντάει το παιδικό εαυτό του με τρύπες σ' ολόκληρο
το σώμα"

Χρήστος Βακαλόπουλος




followers