Τρίζει ο ουρανός, μάλλον ο Θεός μετακινεί τα έπιπλα και τους θιάσους εκεί πάνω, βρέχει κάτω, υγραίνει τη ψυχή και τα βλέφαρα, χάνονται στο χείμαρρο τα θέλω, μένουν όρθια τα πρέπει, και κάτι παπαρούνες σαν πληγές ανοιχτές σε κοιτάνε απορώντας. Τρεισήμισι κι ο κόσμος χορεύει, φώτα νέον, ποτά μπόμπες, τί κάνω εγώ εδώ;, μην είσαι τόσο ντεπασσέ!, όχι, δεν είμαι!, έλα χόρεψε κι εσύ!, Do you want to dance with me?, I can’t, I smoke now, μη με κοιτάς έτσι άνθρωπέ μου!, δε ξέρω πού είναι οι ρίζες μου μόνο πού δεν είναι, η έννοια της ελλειπτικής κίνησης με αγγίζει όσο τίποτε άλλο, από δίπολο σε δίπολο, χώρος περιχαρακώνεται, λογότυπα κυνηγάνε το μυαλό μου, μεσημεριανοί ύπνοι με αλλοπρόσαλλα όνειρα, πάλι είδα γεροντάκια σκυφτά κι ανήμπορα τους γονείς μου και μετάνιωσα για λόγια, ακούω την αγάπη κι ας μην χωράω πουθενά, ξύπνησα με πασαλειμμένη μάσκαρα, γέλια σε μπουάτ, γιατί δε μου τραγουδάς το παπάκι;, δε μπορώ είναι να το πει ο επόμενος, ναι αλλά ο επόμενος δε θα είναι εσύ μωρό μου, άστο δε πειράζει, κάποια στιγμή θα καταλάβεις όπως άργησα κι εγώ κι ακόμα δεν τα έχω καταλάβει όλα, δε πειράζει, άστο σου λέω, έγραφε και η Καρυστιάνη: Κεφάλαια αναπάντητα θα μείνουν, μα ο άνθρωπος θα προχωρά στην επόμενη σελίδα, είπαμε δεν έχουμε άλλη επιλογή, δεν βοηθά ο βάλτος, δεν προκόβουμε έτσι, πονάει το κεφάλι μου απ' τη βενζίνη που ήπια, μου λείπεις, δε μου λείπεις, σου λείπω, δε σου λείπω, ευγενικά αγόρια κομπλιμεντάρουν τα ισιωμένα μου μαλλιά, λένε πως είμαι πολύ διαφορετική από την προηγούμενη φορά, ρίχνουν μπουφάν στη πλάτη μου όταν πιάνει κρύο, όμως αυτοί δεν είναι εσύ μωρό μου.












