Content

1 σπόροι

Για την Ι.

 

 Να μάθεις να κλείνεις την πόρτα. Χιλιάδες μόρια σκόνης κατακάθονται στο μυαλό μου. Φυσάω να φύγουν και αυτά κατακάθονται και φέρνουν και άλλα μαζί τους. Να μάθεις να κλείνεις την πόρτα σε ονόματα που δεν ξερεις πώς να τα προφέρεις, κι όμως πιπιλάνε το μυαλό σου κάθε μέρα. Να μάθεις να κλείνεις την πόρτα.

Θέλω να σε φροντίσω. Να μην γίνουν λάθη. Να μη περάσει σαρωτικά από πάνω σου το κύμα άγχους της δικής μου καθημερινότητας και εσύ ξεμαλλιασμένη και παραριχτή στην άκρη του χαλιού από το σοκ. Θέλω να σε φροντίσω, να σου περισσεύει η αυτοπεποίθηση, να μην αναρωτιέσαι αν ο δικός σου κόκκος θα κάνει τη διαφορά στην αμμουδιά. Να τολμάς και να θυμάσαι πώς κι αν πέσεις, δεν πειράζει. Θα βρεις τον δρόμο σου στο τέλος.

Θέλω να καταφέρω να εξατμίζω τις εταιρικές δοσοληψίες και τσαλαβούτες χωρίς κανείς στο σαλόνι να παίρνει πρέφα. Να ξελεκιάζω το μυαλό μου πριν σε κοιτάξω κατάματα. Στο σπίτι να ακούω μόνο καμπάνες τα γέλια σου και το φεγγαράκι το λαμπρό, κανένα άλλο ψήγμα σκέψης, κανένα μόριο σκόνης. Θέλω να μετράω τις μέρες με τους χρόνους σου. Ένα, δύο, τρία, πέντε. Δεν έχει τέσσερα. Τέλος! Για σένα, το τέσσερα καταργήθηκε. Ζήτω!

Να συμπλέω με τις ρουτίνες σου και να μην βαρυγκομώ για τη μέρα της μαρμότας. Να ξέρω πώς όσο εσύ θα πλένεις δόντια, εγώ θα καθαρίζω τη μπανιέρα και θα σε κρυφοκοιτάζω αν όντως τρίβεις δόντια ή πιπιλάς την οδοντόκρεμα. Να λέω «Σε βλέπω» και να γελάς πονηρά.

Μιλάω για μένα και ψάχνω να βρω εσένα. Κάθε μέρα γραπώνομαι από τίς στιγμές μας, να μην χάσω το καρέ σου που τρέχεις στο πάρκο, να μην ξεχάσω πώς βάραινε απότομα η αναπνοή όταν έπεφτες σε ύπνο. Λαχταρώ να δημιουργήσω μία νοητή σχέση μαζί σου πέραν των βιολογικών νημάτων που μας δένουν. Γίνεται;

Διαβάστε περισσότερα »
1 σπόροι

Φεγγάρι στον υπόνομο


Ώρα τώρα βλέπει μια λάμψη να παίζει. Μια λάμψη εκ των έσω. Μια λάμψη μέσα σε 'κείνη την τρύπα, σαν κάποιος να έχει βάλει ένα φακό και να του κάνει σινιάλα. Δεν τού 'φταναν τα σινιάλα για βοήθεια που έκανε τεντώνοντας το κεφάλι πάνω, τώρα σκύβει και το κεφάλι του κάτω όλο και πιο συχνά μέσα σε αυτήν την τρύπα, σε αυτον τον υπόνομο δίπλα του για να παρατηρεί το πετάρισμα της λάμψης. Ένα φως- ένα στρογγυλό, τόσο δα, φωτάκι.
Με την περιφερειακή του όραση χαζεύει κρυφά τη μάνα του δίπλα. Η βροχή της έχει κατσαρώσει πολύ τα μαλλιά, οι στάλες αυλακώνουν στις ρυτίδες του μετώπου· Μάρτης μήνας κι έχουν μουλιάσει οι δυο τους. Χτυπάει η βροχή στην ομπρέλα, ο χτύπος της στάλας πάνω στο ύφασμα ειναι τόσο έντονος λες και πέφτει βαρύ αντικείμενο στο δάπεδο. Σε κάθε χτύπο κατι μουρμουρίζει η μάνα του, σα χριστοπαναγιά.
Θυμάται σ' εκείνο το πανηγύρι, στη Θήβα, ένα αγριεμένο λυκόσκυλο τον είχε πλησιάσει, εκείνος τρεμάμενος το παρατηρούσε να γρυλλίζει απειλητικά - είχε παγώσει η χαρά των γύρω - αρχισε η μάνα του να ψελλίζει σ΄ακατάλληπτη γλώσσα, το σκυλί απομακρύνθηκε. “Όταν μεγαλώσεις θα σου πω τα ξόρκια της μπάμπο*(γιαγιάς)-Αγγέλας”, του είπε.
Δυο χρόνια πέρασαν κι ακόμα δεν του τα 'πε. Αγκυροβολημένοι τις βραδιές κάτω από μια τεράστια κίτρινη ομπρέλα παραλίας με πλαστική βάση στην άκρη της εισόδου των Carrefour και μπρος τους ποτάμι η Κηφισσίας. Από τη Θήβα στους Αμπελοκήπους, μια φούγκα παραφωνίας ήταν πάντα οι δυό τους. Τους έβλεπαν και μπορεί και να γελούσαν αν δεν άχνιζε η απελπισία από πάνω τους. Σε κάθε περαστικό, έδειχνε η μάνα το παιδί και το παίδι κάρφωνε τον περαστικό με μάτια κάρβουνα. Μια συγχρονισμένη χορογραφία που λαχταρούσε για αναγνώριση, να αγκυλώσει λίγο την καλοσύνη του ξένου.
H λάμψη απ' τον υπόνομο δεν σταμάταγε, καμιά φορά λιγοψυχούσε σαν κάποιο αμάξι το κάλυπτε με τις ρόδες, αλλά εκείνος είχε την έγνοια του σ' αυτόν τον πίδακα φωτός. Ένα φως - ένα στρογγυλό, λευκό φώς. Σα φεγγάρι. Ναι! Θα μπορούσε να ήταν το φεγγάρι. “Αχ Ντέβλα*(Θεέ) μου, σκέφτηκε, το φεγγάρι έπεσε μέσα στον υπόνομο και πώς να το τραβήξω;”.
Η μπάμπο-Αγγέλα τούς έλεγε τέτοιες ιστορίες πριν τον ύπνο, για το φεγγάρι που χάθηκε τη νύχτα που πνίγηκε η όμορφη κοπέλα και το παληκάρι που κίνησε γη και ουρανό για να το βρεί. Πότε δεν έμαθε αν το βρήκε, ήταν τόσες οι περιπέτειες του παληκαριού, τόσα μέρη και τόσες θάλασσες επισκέφτηκε, που η αγωνία όλο παρατεινόταν. Ώσπου η μπάμπο έσβησε μια μέρα κι η κλωστή του παραμυθιού κόπηκε.
Η βροχή είχε σταματήσει τα σπασμωδικά της, είχε πέσει για ύπνο κι αυτή μαζί με τη μάνα του κάτω απ'την ομπρέλα. Ο μικρός πήγε και κουλουριάστηκε πάνω απ' τον υπόνομο, με επιμονή να κοιτάζει το στρογγυλό φως. Ίσως να βρήκε αυτός το φεγγάρι! Να αναστηθεί η όμορφη κοπέλα, να γίνει εκείνος ο θρύλος- μακριά από κίτρινες ομπρέλες κι άγρια λυκόσκυλα! Όπως σήκωσε τα μάτια με χαρά για να βρει ένα κοντάρι και να τραβήξει το φεγγάρι, είδε 2 φώτα αυτοκινήτου να έρχονται κατά πάνω του και την κόρνα να σκούζει. Από την απότομη μετάλλαξη της χαράς σε τρόμο, τα αντανακλαστικά του αδράνησαν κι έμεινε να κοιτάζει ακούνητος το αμάξι.
Χάρη σ' έναν απότομο ελιγμό του οδηγού, ο μικρός γλύτωσε τη σύνθλιψη. Τ' αυτοκίνητο απομακρύνθηκε μ' ένα ζικ-ζακ, κι εκείνος έτρεξε τρέμοντας να χωθεί κάτω από την κίτρινη ομπρέλα, στη φωλιά της μάνας του που δεν κατάλαβε τίποτα μέσα στο λήθαργό της.
Εκεί, τον πήρε ένας ύπνος γλυκός σκεπτόμενος πατέντες για να σώσει το φεγγάρι. Να σωθεί κι αυτός μαζί του.

Την άλλη μέρα έσκυψε πάνω απ' τον υπόνομο, να διασφαλίσει πως το φεγγάρι του δεν χάθηκε, πως δεν πήρε δρόμο για αλλού, πώς εκείνος θα είναι ο ήρωας του. Στη θέση του φεγγαριού όμως είδε κάτι άλλο.
Ένα κέρμα, και πιο συγκεκριμένα ένα δίευρω μισοβουτηγμένο στα λασπόνερα του υπονόμου.

Ήταν τέτοια η απογοήτευσή του που όλη τη μέρα δεν άπλωσε τη χούφτα σε περαστικό.
_________________________________________________________________________________
* χρήση τσιγγάνικης διαλέκτου.
http://www.keda.gr/roma/files/mikro_leksiko.pdf
_________________________________________________________________________________


1η δημοσίευση στο Animartists
Διαβάστε περισσότερα »
0 σπόροι

Όλα μοβ

Χωμένος μέσα στους φακέλους. Ανά μισή ώρα ο τύπος με τη μοβ φόρμα και τα κοκάλινα μοβ γυαλιά, του έφερνε κι άλλους. Είχε πάντα μαζί του ένα ασημί τροχήλατο κι εκεί εναπόθετε τις στοίβες που άφηνε στο γραφείο του Χ. 10-10 φάκελοι κάθε φορά. Στο γραφείο υπήρχαν δύο ντάνες. Εκ των αριστερών, ήταν αυτή με τους τελειωμένους φακέλους από τον Χ. Στα δεξιά, η ντάνα με αυτούς που έφερνε ο Μοβ. Ο Χ. τελείωνε έναν φάκελο ακριβώς σε 33 λεπτά. Με τη συχνότητα που μετακινούνταν οι φάκελοι από τα δεξιά στα αριστερά, κατάφερνε για 15 λεπτά να εξασφαλίζει μια λωρίδα ουρανού από το παράθυρο που ήταν στα δεξιά του. Ύστερα το ηλεκτρικό φως του πορτατίφ έκανε τη δουλειά του. Δούλευε για 12 ώρες και 45 λεπτά κάθε μέρα. Υποχρέωσή του, να περνάει τα δεδομένα του φακέλου σε ηλεκτρονική βάση στον υπολογιστή. Τα χέρια του έπαιρναν φωτιά. Τυφλό σύστημα και σκανάρισμα στην επιτάχυνση. Δεν χάζευε, δεν σήκωνε κεφάλι από τα ψηφία παρά μόνο ανά δεκαπέντε λεπτά για να κοιτάξει αυτή τη λωρίδα ουρανού, να ψυχανεμιστεί τον καιρό, να οραματιστεί τη ζωή έξω από αυτό το κτίριο. 

Ύστερα πάλι τα ίδια. Ο Μοβ δεν μίλαγε, δεν κοιτούσε καν τον Χ. Έφερνε φακέλους, μέτραγε την αριστερή ντάνα με τους τελειωμένους κι έφευγε. Εάν ο Χ. δεν είχε ικανοποιητικό αριθμό φακέλων στα αριστερά του, χτυπούσε το τηλέφωνο. Θα ήταν ο Μεγάλος. Ο Χ. σηκωνότανε και πήγαινε στο γραφείο του. Διέσχιζε ένα διάδρομο με μοβ στους τοίχους κι ένα βρώμικο μωσαϊκό για πάτωμα. Ήξερε κάθε φορά τι θα του έλεγε ο Μεγάλος. «Δεν είμαστε ικανοποιημένοι από την ταχύτητά σου, από την ποιότητά σου, ούτε καν από τη φάτσα σου. Αν δεν επιταχύνεις κι άλλο, η πόρτα θα ανοίξει και κάποιος άλλος θα πάρει τη θέση σου». 

Τα χείλια του Μεγάλου ήταν μπλαβί από ένα ατύχημα που είχε κάποτε. Ο Χ., με την ελαφρά μυωπία που είχε, έβλεπε μια μοβ σπηλιά να ανοιγοκλείνει και να εκσφενδονίζονται ξυράφια. Θα έβγαινε κάθε φορά από το γραφείο του Μεγάλου με ματωμένα μπράτσα και καρφωμένα ξυράφια στο κούτελο. Ώσπου να ξαναεπιστρέψει στο γραφείο του και να τα αφαιρέσει. 

Με τούτα και με κείνα, ο Χ. είχε μειώσει τον χρόνο εργασίας του κάθε φακέλου σε 18 λεπτά. Εκείνη τη φορά που χρονομετρήθηκε, ένιωσε μιαν ικανοποίηση κι ευχαρίστηση ότι επιτέλους ήταν ένας άξιος εργάτης. Το ίδιο βράδυ ονειρεύτηκε μιαν αύξηση, λιγότερες ώρες εργασίας, μια πιθανότητα να ζητήσει από τον Μεγάλο να βάψει το γραφείο του από μοβ βαθύ σε λευκό. Ονειρεύτηκε επίσης ένα ορθάνοιχτο παράθυρο κι έναν ήλιο να ανεβοκατεβαίνει σαν αλογάκι καρουζέλ. 

Πήγε πετώντας την άλλη μέρα, προικιά της περασμένης ο ενθουσιασμός. Έμεινε όμως με τα γόνατα κομμένα. Ο Μοβ τον περίμενε έξω από το γραφείο του. Ο Μοβ δεν είχε το ασημί τραχήλατο δίπλα του με τους συνηθισμένους πρώτους 10 φακέλους. Υπήρχαν 30 φάκελοι πάνω κι άλλοι 10 στο πάτωμα. Η έκπληξη του Χ. δεν επηρέασε καθόλου τον Μοβ. Με λεία, στεγνή φωνή τού ανακοίνωσε πως η κρυφή κάμερα του γραφείου ανακάλυψε πως η ταχύτητα του Χ. αυξήθηκε, οπότε για να καλυφτεί η εργατοώρα του, θα κάνει περισσότερους φακέλους. 

Δεν θυμάται τίποτα άλλο ο Χ. μετά από αυτά. Η αστυνομία μίλησε για νευρικό κλονισμό. Το μελανιασμένο, ακούνητο σώμα του Μοβ διπλωμένο στο φορείο έμοιαζε σαν ασημένιο διακοσμητικό τυλιγμένο με πένθιμη κορδέλα. 

1η δημοσίευση στο DocTV
Διαβάστε περισσότερα »
0 σπόροι

"Oh you got to hold on, hold on"

Όλα αθώα, γλυκά, απαλά αγγίγματα που δεν κουβαλούν ούτε μια υπόνοια, ούτε ένα φτερό κρυμμένου νοήματος. Είναι τόσο διάφανα όλα μπροστά σου, που σαν το νερό κυλάει, χάνεται, διαλύοντας την παραμικρή αίσθηση μνήμης. Ένα αεικίνητο ποτάμι που σε δροσίζει αλλά δεν αφήνει καμία γεύση πέραν της ικανοποίησης της δίψας. Πλατσουρίζεις χρόνια τώρα σε αυτά τα νερά. Κελαρυστά νερά, δροσερά νερά και συ σε snapshot κλείνεις τη βραχυπρόθεσμη στιγμή σου. Τόσα αγγίγματα, τόσα χέρια έχουν κολλήσει και κρέμονται απ' τις κόγχες σου, τόσο που να μοιάζεις πιο γερασμένος από την ηλικία σου, αλλά εσύ με εμμονική πίστη χαζεύεις τα είδωλά σας στα νερά με λάβαρο την αθωότητα, ένα συγκινησιακό και μη μετρήσιμο «αγάπη μόνο» μακριά από ερωτισμούς, σκοτεινιές και φρενιασμένα καρδιοχτύπια. 
Τρέχουν τα δάχτυλα των κοριτσιών στις κλειδώσεις σου και συ εντέχνως αποφεύγεις να κοιτάξεις παρακείθε από το είδωλό σας σε φίλτρα φωτογραφίας. Το προσωπείο που έγινε πρόσωπο και μια ζωή φτιαχτή 10 πόντους έξω απ’ τη ζωή σου την αληθινή. Φωνάζεις, μεταμορφώνεσαι σε μια πυγολαμπίδα, χιλιάδες μυγάκια γύρω σου, ζητάνε κι άλλο απ’ τον δυναμισμό σου, απ’ την όρεξή σου και συ φορτίζεις κι αποφορτίζεσαι ταυτόχρονα. Χωρίς αυτούς τι; Ένα άδειο δωμάτιο με το ξύλινο τραπέζι. Θέλεις χιλιάδες μάτια τριγύρω, ένα μαγευτικό ντεκόρ για να φορτωθεί αυτό το δωμάτιο. Χιλιάδες μάτια να σε ρουφάνε, να σε πίνουν κι εσύ να μην προφταίνεις να σκέφτεσαι. Να σκέφτεσαι πως το δωμάτιο θα είναι πάντα άδειο αφού στα μάτια τριγύρω σου δεν υπάρχουν τα 2 λατρεμένα.

Σε κρίνω, θα πεις, το ξέρω. Μπορεί και να το κάνω. Όταν απομακρύνομαι γίνομαι παρατηρητής, αλλά το πρίσμα του καθενός είναι πάντα κοντόφθαλμο κι έτσι ενώ γίνομαι το μέσο για να μεταφράσω το μήνυμα, για να εξάγω το πόρισμα, με περίσσια τόλμη το τσαλακώνω. Μέσα στον αυτιστικό μου μικρόκοσμο κι εγώ γεμίζω τις σκέψεις μου με σένα για να μην δω κάτι άλλο. Το δικό μου κενό. Το δικό μου άδειο δωμάτιο. Έτσι πάει. Και πόσο σε μισαγαπώ αλλά να σου θυμώσω δεν μπορώ. 
Γιατί κατά βάθος είμαστε ίδιοι. 
Στην ποσότητα των θαυμαστών τα χαλάσαμε. 
Γιατί εγώ ήθελα μόνο έναν. 
Εσένα.
Διαβάστε περισσότερα »
2 σπόροι

Εσύ που ήσουν;

Συλλαβίζω ένα-ένα τα γεγονότα, τα φτύνω ξανά επάνω στο τραπέζι και προσπαθώ να φτιάξω τη σύνθεση. Το πλάνο μιας σάρκας που γεννοβολά καψούρα και μένει απαγαδιασμένο σακί με σοφία και πίκρα.
Κανονικά το στόρυ θα έπρεπε να λήξει εδώ. Αλλά δεν υπάρχει το κανονικά, κουκλίτσα μου, και οι τεχνικολόρ συμβουλές  του ίντερνετ και τα αρχειοθετημένα ράφια του κοσμοπόλιταν, επιβεβαιώνουν το πασηφανές. Πρέπει όλα να τα αγνοείς γιατί οι πεπατημένες των άλλων δεν πηγάζουν πότε από μεσα σου. Ούτε καν από αταβισμό και γονιδιακή κληρονομιά. 
Σε ήθελα. Tέτοιο πόθο δεν ξαναείχα για άλλον. Κάθε φιλί σου ήταν και μια νίκη. Ένα εκατομμύριο παράγοντες κι εκεί που η δικιά μου  λογική έβαζε φρένο - οι πράξεις που θεωρούσα βουνά μείζωνος σημασίας -, για σένα ήταν απλά μια ενόχληση στο υπογάστριο. Τούμπαλιν, τα αυτονόητα για μένα, στο στόμα σου έπαιρναν μια τρομαχτική, αλλοιωμένη διάσταση. Σα να 'χα παντρευτεί την ασάφεια. 


Διέλυσα λοιπόν το σύννεφο σκόνης, τακτοποίησα τη σχέση μας σε κουτάκι για να νοιώσω ασφαλής με τη σειρά μου, δεν εκσφενδόνισα ούτε ένα παράπονο, φόρεσα καπέλο την περηφάνια μου και βγήκα. Το μυαλό μου μια σούπα απόρριψης κι εσύ να στάζεις οργή γιατί δε δέχτηκα να χωρέσω στο δικό σου μαζικό και πολυσυλλεκτικό κολάζ ανθρώπων. 

Κάθε αποχαιρετισμός μας ήταν κι ένας χωρισμός. Φιλιά στο μπράτσο, κινηματογραφικοί αναστεναγμοί στο αμάξι, η τραμπάλα του μυαλού σου μυρμήγκιαζε το σώμα μου.  Είχες πάλη μέσα σου. Πάλη για το αν θα σε καταβάλλει το πάθος ή η λογική. Γιατί αρχικά το μεταξύ μας σου φαινότανε τόσο, μα τόσο λάθος. Με απέφευγες. Ενώ με ήθελες και ένα κύμα καύλας σου έβγαινε, δεν ήθελες να αποταμιεύσεις συναίσθημα για μας. Ύστερα οχυρώθηκες πίσω από τη φυγή σου. Η τέλεια δικαιολογία. Αλλά έμπαινα σφίνα στο όνειρο της φυγής. Ενοχλητική παρουσία στη σκέψη σου. Δεν με ήθελες αλλά ένοιωσες κάτι να υπήρχε και δεν ήξερες πώς να παίξεις μαζί του. Ένα παιχνίδι δίχως οδηγίες χρήσης. Να σε αφήνει απροστάτευτο μακριά από το σελοφάν κόσμο της χαλαρότητας που ζούσες καιρό τώρα. Σ' έστελνε ο μεταξύ μας γρίφος ξανά στο δρόμο. Να σε μαζεψει η σκόνη του και κάτω από τη γλώσσα τα χαλίκια. Για να ξαναμάθεις το αλφάβητο. Και δεν το ήθελες αλλά η ανασφάλεια σ' ιντρίγκαρε!

Κράταγες το παιχνίδι στο μεταίχμιο. Ούτε έδενες ούτε έλυνες τα σχοινιά. Μ' έβαλες στην τσέπη και προχωρούσες αμέριμνος. Αλλά κάποια στιγμή, καλέ μου, και η άνω τελεία υπακούει στους νόμους της βαρύτητας. Μια κόκκινη σειρήνα άρχισε να ουρλιάζει κι απ' τα ηχεία μια φωνή να σε φέρνει αντιμέτωπο με το δίλλημα. Η εντροπία του σώματός σου αυξημένη. Οι ζεν, χαλαροί παλμοί σου πιάσαν τα τύμπανα. Ήθελες να εκσφενδονίσεις αυτό το παιχνίδι, να γίνει χίλιες βίδες, να εξαϋλωθεί. Να μην είχε υπάρξει ποτέ. Κι έτσι μίλαγες θυμωμένα, απότομα, υποτιμητικά, ήθελες να βγεις αθώος. Παρέβλεπες τα λόγια μου, μιαν αναγνώριση ακόμα και των δικών μου συναισθημάτων θα σε γέμιζε ενοχές, ναι ναι καλύτερα να μην ξέρεις. Συναισθηματικά παράλυτος. Ένας Πόντιος Πιλάτος.  

Στο τέλος η ανικανότητά σου να λύσεις το γρίφο ήταν που σε τσίμπαγε. Δεν ήθελες να αποδεχτείς οτι εσύ δεν μπόρεσες να τα καταφέρεις. Γι' αυτό ξεκινησες τα παζάρια: Λίγο - λίγο, όποτε θα μπορείς μέσα στα πηγμένα χρονοδιαγράμματά σου, να πιάνεις αυτόν το κύβο του Ρούμπικ στα χέρια σου, συγχρόνως όμως να μην πιέζεσαι για να τον λύσεις. Deadlines ακυρωμένα. Μια πίστωση χρόνου χωρίς κανένα περιορισμό και οι ευθύνες άστεγα μωρά. Κι όσο αρνιόμουν αυτές τις συνθήκες, τόσο άφριζες. Ο έρωτάς μου, μια ενοχλητική λεπτομέρεια. 

Δίπλωσα πολύ τα μέσα μου για να σε καταλάβω. Το εγώ μου έσπασε πολλές φορές και οι χιλιάδες οπτικές έστηναν ψυχεδελικό πάρτυ. Ίσως να ήθελες μια εκκρεμότητα για να νοιώθεις οτι το κάτι άλλο είναι που δίνει αξία στη καθημερινότητα σου σαν μια παράμετρο, μια μεταβλητή που θα πολλαπλασίαζε την εγγύητητα της σχέσης σου με τους υπολοίπους, πλιν εμού. Ίσως να ήθελες να είμαι μια κουκκίδα διαφορετικότητας στη κενοδοξία των απρόσωπων, κλειστοφοβικών επαφών σου και ταυτόχρονα η προβολή τους.
Διαβάστε περισσότερα »
0 σπόροι

"how strange.."

Παρασκευή, στο τσακ σαββάτο. Χαμένος εαυτός πώς το λένε. Κλεισμένη πόρτα και τα κλειδιά χαμένα. Πόσο καιρό να βάλεις αυτόν τον εσκαφέα μέσα στο στόμα και να βγάλει φωνήεντα και σύμφωνα ωραία στοιχισμένα, μωρά παιδιά, δικά σου από τα έγκατα; 
Σιχαίνομαι το λυρισμό και όλο τα ίδια λέω, νέα ψηφιακά ραδιόφωνα ανοίγουν, νέα κείμενα, να ‘χες εναν έξτρα επεξεργαστή να σάρωνε όλα αυτά τα καινούργια πράματα, να αποτυπωνόντουσαν μέσα σου και συ σοφός και καλύτερος. 
Καλογυαλισμένος απ’ έξω, συγιρισμένος από μέσα. Καμία σκουριά, και όλα φρέσκα μυρωδάτα

illustration: Beth Spencer



Διαβάστε περισσότερα »
3 σπόροι

"I am the son and the heir of a shyness that is criminally vulgar"


ξεκούδουνα ήρθες. χωρίς κανέναν ήχο, μα μέσα μου ρίγησαν κάτι πέταλα ευαισθησίας. εναπομείναντα. ύστερα κρεμάστηκαν ν' ανεμίζουν στον αέρα. εσύ σένιος. έρωτας; η καρδιά μπαλόνι. η καρδιά άγκυρα. μετά μια φούσκα. το μυαλό γυρίζει και εξαυλώνεσαι. δεν θέλω να σε μεγενθύνω. τουλάχιστον όχι ακόμα. να γράψω για σένα και να πώ τι; να θυμηθώ να σου κάνω μια ερώτηση… οι άνθρωποι με μπλε μάτια τα βλέπουν όλα πιο νωχελικά, γιατί στην οδό Μαυροματαίων που ζω το κάρβουνο, καμία φορά, καπνίζει όλο τον ουρανό. Υπερβολές. Ακυρώνω τις υπερβολές μου. Μα τί να γράψεις για κάποιον ξένο που σε ελκεί; Και δεν ξέρεις γιατί σε ελκεί. Σώματα να σμιλεύονται . Έχωνα τα δάχτυλά μου στα πλευρά σου, ήθελα να σφινώσω όσο εσύ έπαιζες με τις τρύπες και ήταν όλο αυτό τόσο ανοικειο. δεν θα σε ξανάβλεπα. το ήξερα. μετά από μένα, κάποια άλλη. δράμι τρυφερότητας δεν μου χάρισες. όταν σε ξεγέλαγα, έκλεβα λίγο στοργή και μετά επανερχόσουν στα τερτίπιτα του ξένου. δεν μπορούσα να σε αγγίξω εκεί βαθειά. στις αρτηρίες της ψυχής σου. Ή αν το έκανα είχες το ίδιο μεταλικο πρόσωπο με τα 2 μπλε μάτια. εναπομείναντα.
Διαβάστε περισσότερα »
1 σπόροι

Η βία δεν έχει ηλικία, δεν έχει μονοπώλιο

«Το γεγονός ότι πολλές χώρες εξακολουθούν να ζουν κάτω από το ζυγό της αυθαίρετης εξουσίας και βίας, μπορεί να μας λυπήσει, αλλά δε θα πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι τα ιδανικά μας δεν είναι έγκυρα. Εξάλλου, αυτά τα ιδανικά χρειάστηκαν αιώνες για να ριζώσουν στις κοινωνίες μας. Η ελευθερία δεν είναι μια σταυροφορία, είναι μια πρόταση». Πασκάλ Μπρυκνέρ, Η τυραννία της μεταμέλειας 

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΒΙΑ. Πάνε μαζί αυτά τα δύο. Μια μάζα θερμαίνεται, εκρήγνυται και παίρνει μπάλα όλο τον περίγυρο. Βλέπεις, αλλιώς δε θα ‘χε δημιουργηθεί η Γη. Τεράστια έκρηξη έκανε το σύμπαν πασπαρτού με γαλαξίες, αστεροειδή και πλανήτες. Χωρίς τη βία, τίποτα. Από αταβισμό, δηλαδή, η βία είναι μέσα μας. Σαν αναπόφευκτη πορεία άυλων δυνάμεων διασχίζει τις γενιές. Άλλοτε περνάει από δίπλα τους κι άλλοτε τις καταδυναστεύει, με έναν απόηχο από ουρλιαχτά και ρημαγμένα τοπία να μένει στα μεθεόρτια.

Η ΒΙΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΗΛΙΚΙΑ, ΑΛΛΑ ΕΝΤΑΣΕΙΣ. Γεννιέται και μεγαλώνει μαζί με τον άνθρωπο. Από βρέφος ξεπετάγεται μέσα του, εκεί που η λέξη συνειδητότητα τού είναι άγνωστη ακόμα. Σαν νούφαρο φυτρώνει πάνω στην καρδιά. Αναπνέει, δυναμώνει τις ρίζες του, κλέβοντας αίμα από τις αρτηρίες κι αν το αφήσει κανείς ελεύθερο, θεριεύει και εξουσιάζει την ψυχή του. Ύστερα ο άνθρωπος ζει αποκλειστικά για να ταΐζει ετούτο το τέρας, με απαράμιλλο κόστος τις ζωές και τις ψυχές των άλλων.
ΣΤΙΣ ΠΙΟ ΜΙΚΡΕΣ ΚΡΑΥΓΕΣ, στις πιο αθώες χειρονομίες, η βία καραδοκεί κι εμφανίζεται. Όσο και να την περιμένεις, πάντα θα σε εκπλήσσει. Σ’ ένα φθόγγο, σε μια ελλειπτική κίνηση του καρπού, σε ένα γκαζάκι. Ακόμα και η αδράνεια θα μπορούσε να θεωρηθεί μορφή βίας. Γιατί βία δεν είναι μόνο ό,τι κάνει κρότο κι αφήνει σκυλευμένα πτώματα. Βία είναι και η σιωπή και η αδράνεια. Κατακερματισμένα δευτερόλεπτα που περιμένεις μιαν απάντηση κaι μένεις να τρως μια τούρτα απαξίωσης. Βία είναι ό,τι σου σακατεύει την ψυχή.

ΟΛΟΙ ΕΙΝΑΙ ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ Ή ΘΥΤΕΣ. Δεν υπάρχει μονοπώλιο. Στους μεγάλους θυμούς εξακοντίζονται οι δυνάμεις της. Δρα ανεξέλεγκτα, αυθόρμητα. Ο φορέας της τις περισσότερες φορές αναλογίζεται στο «Μετά» τι θα μπορούσε να ‘χε γίνει αλλιώς. Σκέψεις με λερωμένα χέρια, εμπειρίες για την επόμενη φορά, αλλά στην επόμενη φορά είσαι τόσο στιγματισμένος από τους άλλους, ώστε ο περίγυρος φοράει πανοπλίες ή κουβαλάει όπλα μαζί του. Αντι-βία, αλλιώς. Άμυνα στη βία, επισήμως. Γιατί η βία μπορεί να γίνει πανδαιμία. Δεν είναι τόσο η ανάγκη προστασίας. Ο φόβος του θανάτου, που ενδεχομένως κάνει κάποιον βίαιο, εύκολα μετατρέπεται σε μια ανάγκη νίκης. Να παταχθεί η βία με περισσότερη βία, μια επίδειξη δύναμης, και στο ικρίωμα ν’ ανεβαίνει ο λιγότερο προετοιμασμένος.

ΜΑ ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΑΝ ΑΦΗΣΕΙΣ ΤΗ ΒΙΑ ΜΕΣΑ ΣΟΥ σαν μηχανισμό σε λανθάνουσα κατάσταση, υπάρχει πάντα ένα χρονικό περιθώριο για να τρέξουν καταλύτες καλοσύνης μέσα στο αίμα σου. Να μαλακώσει το αγκάθι, να μη γίνει ντόμινο η βία. Παιδεία κι ενσυναίσθηση είναι η μόνη λύση. Εξευγενισμένος είναι ο άνθρωπος που ξέρει να γαληνεύει τους θυμούς του. Με χέρια μαλακά, κι όχι τραχιά ακροδάχτυλα που γδέρνουν στο πέρασμά τους.

Δημοσίευση στο DocTV
Διαβάστε περισσότερα »
0 σπόροι

Την ευαίσθητη.


Aγγίζεις τόσο πολύ 
την ευαίσθητη πλευρά μου, 
που σα φεύγεις 
γίνομαι ακόμα πιο σκληρή
από πριν σε γνωρίσω. 
Διαβάστε περισσότερα »
0 σπόροι

Το βουνό των βλεμμάτων


Την αγαπούσε τη θάλασσα. Αλλά δεν μπορούσε με τη λογική να εξηγήσει το γιατί. Μήδε συγγενείς στα καράβια είχε, μήδε μεγάλωσε σε κανένα νησί. Βουνίσιος. Από βουνίσια κωμόπολη. Η θάλασσα ήθελε καβάλημα βουνών και ποτέ στα παιδικάτα του δεν τον ικανοποίησε η θέα της. Βαλτότοποι. Την αγαπούσε τη θάλασσα από τα 25 του και μετά. Την αγαπούσε τη θάλασσα όταν έπαψε να είναι στα μάτια του ένας βαλτότοπος, όταν η θάλασσα απέκτησε ένα βλέμμα, ένα βλέμμα που του ανταποκρινόταν. Την αγάπουσε τη θάλασσα από τη μέρα που γνώρισε τη Μαρία, η Μαρία μπήκε στη θάλασσα, η Μαρία τού έριξε ένα βλέμμα και όλη η θάλασσα έγινε πιο μπλε, πιο καθαρή, πιο δική του. Κατέβηκε από το βουνό του για να συναντήσει το βλεμμα της Μαρίας, αυτό το μπλέ, αυτό το καθαρό βλέμμα, κατέβηκε από του βουνό του για να βουτήξει στη θάλασσα. Την αγαπούσε τη θάλασσα από τα 25 του και μετά. Αλλά δεν μπορούσε με τη λογική να εξηγήσει το γιατί.

Ο ίδιος γιατρός στο επάγγελμα, γιατροί οι γονείς του, γαλουχημένος με ιπποκράτειους όρκους, χειρουργικά γάντια, γάζες και αλλόκοτα ονόματα χαπιών.
Όλα γραμμικά. Ενδείξεις, αιτιάσεις, αποδείξεις. Κάθε μέρα ανέβαινε 46 σκαλιά. Να δεί τις ενδείξεις, να σχολιάσει της αιτιάσεις, να  δώσει τις αποδείξεις στο κοινό του προς τέρψιν. Κάθε μέρα γέμιζε το γραφείο του με φακέλους ασθενών, γέμιζε το γραφείο του με τη θλίψη των αρρώστων, γέμιζε το γραφείο του με τα γλυκά των συγγενών, γέμιζε το γραφείο του με την ελπίδα των αρρώστων, γέμιζε το γραφείο του με το θάνατο. Κάθε μέρα κατέβαινε 46 σκαλιά, έμπαινε στο peugeot του πατέρα του, γύριζε σπίτι. Γύριζε σπίτι με την ελπίδα των αρρώστων, γύριζε σπίτι με τα γλυκά των συγγενών, γύριζε σπίτι με το θάνατο.

Η Μαρία τον περίμενε με κείνο το βλέμμα της θάλασσας, εκείνο το μπλέ βλέμμα, εκείνο το καθαρό βλέμμα. Η Μαρία ετοίμαζε το φαγητό, διάβαζε βιβλία, κλάδευε τα λουλούδια σε στρογγυλά σχήματα. Η Μαρία περιμένε το γιατρό της να της φέρει τα γλυκά των συγγενών, να της περιγράψει την ελπίδα των αρρώστων, να αναστενάξει με το θάνατο. Η Μαρία περίμενε το γιατρό της, κάθε μέρα υπομονετικά, μηχανικά έκανε όλες τις κινήσεις. Η Μαρία που κένταγε μικρά κοχύλια πάνω στις κουρτίνες της, η Μαρία που χάζευε τα κοπάδια σύγνεφων να κάθονται πάνω από τη θάλασσα ή να στριμώχνονται πάνω στο βουνό. Από κείνο το βουνό που κατέβαινε ο γιατρός της κάθε μέρα με το peugeot του, για να φτάσει στη θάλασσα, να φτάσει στο μπλέ της, στο καθαρό της βλέμμα. Το ονόμασε το βουνό των βλεμμάτων.

Η Μαρία δεν ήθελε παιδιά. Ένοιωθε ανυπεράσπιστη μπροστά στις ιστορίες του γιατρού της, μασούλαγε τα γλυκά των συγγενών και την έπιανε στυφάδα σαν ένοιωθε την αγωνία τους, την έπιανε και θαυμασμός για το γιατρό της, ήταν ελπιδοφόρα κάποια γλυκά, ιδιώς τα κανταϊφια, αλλά όλα τ΄άλλα είχαν το σιρόπι του θανάτου. Η Μαρία δεν ήθελε παιδιά. Δεν ήθελε να πάει σε κανέναν γιατρό με γλυκά, δεν ήθελε να πάει σε κανένα γιατρό να τη μπολιάσει με ελπίδα, δεν ήθελε να πάει σε κανένα γιατρό να την ραντίσει με θάνατο. Προτιμούσε να κλαδεύει τα φυτά της.

Εκείνος ήθελε παιδιά, να γεμίσει το σπίτι μικρά πατουσάκια, γέλια, φωνές. Εκείνος ήθελε να πολλαπλασιάσει εκείνο το μπλέ βλέμμα, εκείνο το καθαρό βλέμα, εκείνο το βλέμμα της Μαρίας.  Εκείνος ήθελε παιδιά, η Μαρία όχι. Έμενε τα βράδια να κοιτάει το βουνό που την επομένη μέρα θα τον ξαναέβγαζε στα 46 σκαλιά, που θα γέμιζε το γραφείο του με φακέλους ασθενών, που θα γέμιζε το γραφείο του με θλίψη, ελπίδα, γλυκά και θάνατο. Το ονόμασε το βουνό των βλεμμάτων.

Για κείνον όλα γραμμικά. Σπουδές, δουλειά, γνωριμία, αρραβώνας, γάμος, παιδιά. Στο ενδιάμεσο 46 σκαλιά. Εκείνη ήθελε τον κύκλο. Αγαπούσε την επανάληψη. Δεν υπήρχε ενδιάμεσο. Κλάδευε, κένταγε, μαγείρευε, κλαύδευε, κένταγε, μαγείρευε.

Το βουνό τελικά μπήκε μέσα στο σπίτι τους. Το βουνό μπήκε ανάμεσά τους. Χάλασε τη στέγη του σπιτιού. Από τη μια πλευρά η Μαρία από την άλλη ο γιατρός. Τα βλέμματα πάνω στο βουνό. Πουθενά το καθαρό, το μπλε, το βλέμμα της Μαρίας. Ο γιατρός έβλεπε μόνο χώμα. Τα ίδια και η Μαρία. 
Διαβάστε περισσότερα »
3 σπόροι

Η περιπλάνηση μιας μύγας


Θα ‘θελα να ‘μουν άσπρη. Άσπρη στραφταλίζουσα και τσαχπίνα. Θα ‘θελα αντί για βουητό στο πέρασμα μου ν’ ακούγονται καμπανάκια. Θα ‘θελα αντί για μυγοσκοτώστρες να υπήρχαν μυγορέπλικες. Να στέκονται αρχοντικά πάνω στα τζάκια και όλοι να θαυμάζουν την πολυπλοκότητα της επιφάνειας των φτερών μας.
 «Α! Δεν το ξερα πως οι μύγες έχουν 4 φτέρα» 
«Μα είδατε; Είναι υπέροχα έντομα και τόσο σικάτα!»
Τρίτη μέρα της ζωής μου και σινεμασκόπ μέσα στο κεφάλι μου παίζουν οι διάλογοι.
Τρίτη μέρα ζωής κι έχω γλιτώσει 20 φορές από τα χέρια των ανθρώπων. Στις αρχές νόμιζα ότι βαρούσαν παλαμάκια για τα ωραία μου πετάγματα. Τους άγγιζα κι αυτοί άρχιζαν τα κλαπ κλαπ. Έκανα κωλοτούμπες, πήγαινα πίσω από τα αφτιά τους να τους δείξω κι άλλα μαγκιόρικα κόλπα μου και αυτοί αφήνιαζαν. Ύστερα μού σφύριξε ο Μάκης-μέλισσα πώς δεν είναι δα κι από χαρά η μανία τους με τα παλαμάκια. «Φίλη, να σε σκοτώσουν προσπαθούν.»

 Ένοιωσα άδεια. Born to die, και τα ρέστα. Υπάρχει κάποιο ανώτερο σχέδιο για αυτό το μένος ή κατά λάθος γεννηθήκαμε μισητά πλάσματα; Θα θελα να μουν άσπρη. Σήμερα ωραία μέρα, καλοκαιρινή, νομίζω πετάω με τρελλές ταχύτητες. Η καλύτερη διαδρομή είναι πλατεία Μαβίλης-Σύνταγμα. Χρονομετρημένα 2 λέπτα από τις διασημότερες αθλόμυγες. Εγώ σήμερα θα κάνω καλύτερο σκορ! Θα ξεπεράσω όλες τις μύγες της Αθήνας! Τσεκάρω το ρολόϊ στο Μπρίκι πίσω από ένα φαλακρό ενώ κλέβω μπυρένιο αφρό απ’ το ποτήρι του. 12:14. Αρχή και φύγαμε! Βγαίνω από την πόρτα με πλάγια πτήση για να μην στουκάρω στα κορίτσια που έμπαιναν, περνάω πάνω από το Μέγαρο, στ’ αριστερά το Hilton. Είναι ωραία και γλυκά από ψηλά, κάποια μέρα θα το κάνω τραγούδι, διαγώνια το Κολωνάκι, οι μύγες που ζουν εκεί είναι και οι πιο στενοκέφαλες. Βλέπω τη Βουλή, τί χαρά! Κοντοζυγώνω! Δεν φοβάμαι κανέναν από κει ψηλά, θα σπάσω και το φράγμα του ήχου αν εξάσκηθω λίγο παραπάνω. Θα μαι η μύγα-σφαίρα, θα μπω στο βιβλίο Γκίνες και θα ‘μαι άξια θαυμασμού. Όχι παλαμάκια, όχι μυγοσκοτώστρες, όχι καρκινογόνα σπρέυ. Είπα σπρέυ κι έξω απ’ τη Βουλή πέφτω σε πορεία. Συνδικαλιστές απέναντι σε αστυνομικούς και τα δακρυγόνα σα να ταγκίζουν τα φτερά μου. Όχι ρε γαμώτι, πάει ο αγώνας μου τώρα! Πρέπει να βρω ένα ρολόϊ τουλάχιστον να δω τι χρόνο έκανα! Επίσης πρέπει να κρυφτώ! Τα πράγματα αγριεύουν εκεί κάτω. Α νά! Ένας ψηλός με ρολόϊ, κάτσε να κατέβω λίγο.



Ωχ! Κάτι με πιτσιλάει. Aσπρη μπογιά εκσφενδονίζεται κατά πάνω μου. Ξέρω τί ειναι... Τα νέα όπλα της αστυνομίας. Σημαδεύουν τους διαδηλώτες με λευκό σπρέυ να γίνονται ευκολότερα οι συλλήψεις μετά... Το πε προχτές η μύγαΧούκλη.




Δε νοιώθω πολύ καλά, είμαι άσπρη και ασφυκτιώ. Χάνω ύψος, κάπου να κρυφτώ, δεν με κρατάνε τα φτερά μου. Κολλώδες άσπρο υγρό, στερεοποιείται πάνω μου και με βαραίνει. Born to die. 
Διαβάστε περισσότερα »
0 σπόροι

Αστέρια με λεπίδες


Καλός άνθρωπος. Κακός άνθρωπος. Η Β. μονολογεί: «Να μάθουμε να είμαστε δυνατοί». «Δυνατοί και Καλοί άνθρωποι» σκέφτομαι. Τρέχουν μέσα στα μάτια μας βομβαρδισμένα τοπία, λόγια σφαίρες και τίτλοι κρότοι. Εργασιακοί χώροι με φιλοσοφία του μίσους. Κάτω από το ποντίκι κρύβονται ξυράφια. Δεν είναι πάντα σαφείς οι λόγοι που κάποιος θέλει να σου φάει το βασιλιά. Απλά σ' τον τρώει. Έτσι, γιατί μπορεί κι επιδιώκει να το μάθεις. Στα χέρια κάποιων η καλλιέργεια του φόβου αποτελεί το μεγαλύτερο αφροδισιακό. Ηδονίζονται μαθαίνοντάς σου την υποταγή.


Υπάρχουν άπειροι τρόποι να φτιάξεις ένα όπλο. Χάζευα τις προάλλες φωτογραφίες από το μουσείο των νίντζα. Ξέρω κόσμο που τα βράδια καίει τη σκέψη του καταστρώνοντας τέτοιου είδους όπλα. Με φοβίζει μη γίνουμε κι εμείς ένα με αυτήν την παραφροσύνη. Έπειτα από μια ανελέητη πισωμαχαιριά, λαχταράς, έστω και στιγμιαία, να πετάξεις όλο χάρη ένα αστέρι με λεπίδες. Να σκίσει τις ριπές του αέρα και να καρφωθεί στο λάπτοπ του απέναντι. Να μάθει κι αυτός να σε φοβάται. Δυνατός αντίπαλος, άξιος. Οφθαλμός αντί οφθαλμού και τα ρέστα. Ξαφνικά όλα τα χριστιανικά κατάλοιπα, όλη η ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο γίνονται μαύρο σκηνικό εκδίκησης. Πεδίο μάχης φτιαγμένο με αιχμηρές σιωπές, άγρια βλέμματα και βομβαρδισμούς συκοφαντίας. Παύεις να είσαι καλός άνθρωπος. Σε καταστολή η καλοσύνη, η κατανόηση. Μία και μόνο σκέψη μπορεί να σε κάνει μισάνθρωπο.

Έστω και νοητά γίνεσαι ένα με αυτά τα ζοφερά πλάσματα που στοχεύουν σε εύνοιες ρίχνοντας λάσπη και λύματα πάνω σε άλλους. Στην αρχή απορείς με εκείνους. Δε γίνεται! Η αλληλεγγύη; Πού είναι η αλληλεγγύη; Αυτή η εποχή ήθελε αγάπη, όχι δαγκωνιά στο μπράτσο. Ύστερα αφρίζουν στο στόμα σου οι βρισιές, ενώ τεράστια μπαλόνια γεμίζουν τα γραφεία με αφορισμούς και κατάρες. Και θες αέρα, αλλά δεν έχεις άλλον αέρα. Το μένος που σου εκφενδόνισαν βρήκε κούτελο και πλέον είσαι ένας από αυτους: Κακός άνθρωπος. Καις τα βράδια σου σε σχέδια εξόντωσης.

Αλλά δε σου βγαίνουν. Σφήνα οι ενοχές, χαλάνε το πλάνο. Σου παίρνει πολλή ώρα να φτιάξεις ένα όπλο, σε βρίσκει ο ύπνος μη μπορώντας να εξοστρακίσεις την οργή σου, αλλά ούτε και να τη μετατρέψεις σε μίσος. Στοίβες τα βιβλία ψυχολογίας, στριμωγμένες φράσεις του Μπουσκάλια πεταρίζουν στο κεφάλι σου. Το μένος δε γίνεται να είναι πανδαιμία, δεν είμαστε όλοι ίδιοι.

Αν ρίξεις έστω κι ένα αστέρι με λεπίδες, μπορεί να νικήσεις τον αντίπαλο, αλλά μέσα σου έχεις μπλοκάρει όλους τους μηχανισμούς αγάπης. Κι αυτοί οι μηχανισμοί έχουν δυσεύρετα ανταλλακτικά.
Στον άνθρωπο-δολοπλόκο η μόνη εκδίκηση που αξίζει είναι ο οίκτος. Οίκτος, γιατί κάποτε αποκαλωδιώθηκε με την αγάπη και δεν υπάρχει κουμπί αναίρεσης.

Πρώτη Δημοσίευση στο DocTV
Διαβάστε περισσότερα »
0 σπόροι

"Soudain je m'alanguis, je rêve, je frissonne"



foto: Ευάγγελος Παναγιωτάκος

10 κόκκινα δάχτυλα. Γυαλιστερά και άψογα ακονισμένα. Το να πόδι πάνω στο τραπέζι και το άλλο στον καναπέ. Μηδενική ετοιμότητα. Από κάτω χάσκει ένα παρκέ θάλασσα. Οι κλειδώσεις σε ακαμψία και το δέρμα σπιλωμένο απ’ τον ήλιο.
Αφυδατωμένη απ’ τον ύπνο, ψηλαφάς το δρόμο για το μπαλκόνι. Τραχύ μπετόν σε ωραία εναλλαγή με την άμμο που ακούμπαγες προχτές. Επαναφορά και refresh. Το περίπτερο στη θέση του κι ένα μωρό απέναντι τεστάρει τα ντεσιμπέλ του. Ουά και λυγμοί.

Η Αθήνα, όπως όλες οι πόλεις, είναι όμορφες το Σεπτέμβρη. Μπολιασμένες προσδοκίες και φρέσκο αίμα προσμένουν την πρώτη βροχή για να πάρουν μπρος. Να μεγαλώσουν, να ανθίσουν, κι οκλαδόν εσύ το χειμώνα να τρως νωχελικά τους καρπούς των ονείρων σου.

Οι νευρωτικοί των μεγαλουπόλεων το Σεπτέμβρη αισιοδοξούμε. «Όλα θα πάνε καλά, όλα θα πάνε καλά.» Ευχούλες να μασάς σαν καραμέλες ούζου• γιουχάρισμα κακοτυχίας. Σαθρές ντόπες σ' αντιπαραβολή με όλα εκείνα που σου πίνουν το αίμα καθημερινά.

Αυτό το καλοκαίρι είχε φρακάρει στο μυαλό μου μια φράση της Μαλβίνας. «Κυνικός είναι ο κακοπαθημένος». Κακοπαθημένος - κακοπαθημένη. Ποιος καθορίζει το κακό; Ο παθών; Οι άλλοι; Ξέρω θα πεις κοιτώ το δέντρο τέτοιες εποχές, μα ο κακοπαθημένος πώς ορίζεται; Ποια αρχή κι αξίωμα σε κατατάσσει εκεί ή μήπως σε στέλνει πίσω στον πάγκο με τους ευγνώνομες για τη ζωή και τα καλά σου; Στάζεις ξύδι και ξερά φύκια γιατί δεν σε χάϊδεψε ποτέ κανείς ή γιατί δεν εκτίμησες τα πόσα χέρια πέρασαν από πάνω σου ενώ εσύ
μ' ατελέσφορη επιμονή έψαχνες το άλλο; Εκείνο που ήθελες να βγάλει ζέση και βεγγαλικά απ’ τους αρμούς των δαχτύλων. Για κείνο το χέρι που θα εγκατέλειπες τον κυνισμό προς χάριν ενός ρομαντισμού ξεπεταγμένου από βίπερ σε ράφι σούπερ μάρκετ.

Σεπτέμβρης κι ανασαίνω. Επαναφορά και refresh. Στον πάγκο με τους ευγνώμονες. Έχουμε ακόμα ο ένας τον άλλον.


Δημοσίευση στο DocTV
Διαβάστε περισσότερα »
2 σπόροι

"you know that I can use somebody"


Κάψα.
Κολλάει μέλι ο ιδρώτας πάνω σου. Τον δις.﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽μπτόώχνεις κι αυτός ξανάρχεται.
Χέρια σα φοίνικες. Τσιμπάς και τσιμπιέσαι. Κάποτε είπες πως είμαι ένα άσπρο σεντόνι. Κρύβω κι αποκαλύπτομαι με την ίδια ευκολία. Κανένα μαχαίρι δεν θα χρειαστεί. Τώρα βυζαίνεις τις ώρες σου. Η μεγαλύτερή σου ανασφάλεια, το πιο δύσκολο ζόρι: η αέναη προσμονή.
Μικρός παρακαλούσες τα lego να γίνουν κλειδιά, να ανοίξουν πόρτες, να βγεις στους δρόμους και να τρέξεις. Ύστερα μεγάλωσες, όλοι οι δρόμοι μπροστά σου και συ δεν ξέρεις πώς να παίξεις μαζί τους.  Τους παιδεύεις  και σε μαζεύει η σκόνη τους. Σταυροδρόμια  κι αδιέξοδοι. Οι λεωφόροι είναι για τους δυνατούς.
Κάψα και το μπαλκόνι η μόνη οδός.
Ισχυρή προσωπικότητα με μυαλό ασβού. Δεν έχω τον τρόπο να πάρω αυτό που θέλω. Μπορεί να μην στοχεύω σωστά. Μπορεί να μην ξέρω τί θέλω. Μια θέληση πόσο διαρκεί; Τα χέρια φοίνικες. Σ’ενοχλούν τόσο, όσο οι γυναίκες που ξεπετάχτηκαν από τα περιοδικά και μπαίνουν στα λεωφορεία με ύφος μοδάτο και σιγουριά πρωτότυπου. Ο κόσμος ενοποιείται επιφανιακά. Ύστερα τσακώνεται και ρίχνει άγκυρες στον πάγκο του ο καθένας. Ένα μαχαίρι να σκίσω το χαρτί, να κόψω αυτό το ρουζ από τα μάγουλα ίδιων κοριτσιών.
Στα πάρτυ δεν ξέρω κανέναν. Μπαίνω και εισπνέω τις παρέες. Τις κοινωνικές τους σχέσεις.
Φίδια δρόμοι κι ένα γαλάζιο μωσαϊκό πάνω απ’ το κεφάλι μας.
ι μας.﷽﷽﷽οι κιαι σιγουρι
Διαβάστε περισσότερα »
0 σπόροι

Επιθυμία και προσδοκία ένα κουβάρι!


(illustration: Steadman Ralph)
Αν οι ιδέες των ανθρώπων για το σωστό και το λάθος έχουν άλλη βάση
από την αναποτελεσματικότητα, αν προέρχονται ή έχουν προέλθει από κάτι
διαφορετικό, με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, αν οι πράξεις έχουν καθ' εαυτές
ηθικό χαρακτήρα, εντελώς άσχετο με την αποτελεσματικότητά τους,
τότε η φιλοσοφία είναι ένα ψέμα και η λογική μια πνευματική διαταραχή.”

Λόγια του Μπηρς. Σαρκασμός λεπίδα, τούμπα η πραγματικότητα και ειρωνικά
γέλια. Ηθικογράφος και υπαρξιστής που θα προτιμούσε το βιβλίο της Ζωής να
ειχε γραφτεί από μια κάμπια παρά να εφεύρουν οι άνθρωποι το ρεαλισμό, τα
δίπολα και τις διχογνωμίες.

Η κοινωνία μπατάρει. Μοτίβο: μεγαλώνεις λαχανιασμένος-σπουδάζεις
λαχανιασμένος-παντρεύεσαι λαχανιασμένος-γεννάς λαχανιασμένος-
συνταξιοδοτείσαι λαχανιασμένος-πεθαίνεις λαχανιασμένος. Τυφλοί
πορευόμαστε-κουτρουβαλιαζόμαστε, μας οδηγεί ένας μονόφθαλμος σε μια
ουτοπική Neverland, κουρέλια και τα ρούχα μας, σκονισμένα τα μαλλιά μας.
Πρόσωπα σαν χάρτες. Μπλέκουμε τα δάκτυλα, υψώνουμε ιδέες, ομοιώματα
γλάρων, μετά πέφτει ένα πιάνο πάνω μας και μεις χαλκομάνια. Σύνθλιψη
ιδεολογιών και κατακερματισμός προσδοκίας.

Σιγά τα λάχανα, δεν λέμε τίποτα καινούργιο. Τόσες αναλύσεις για την
ανισοκατανομή του πλούτου, την εξύψωση του εγωϊσμού, την καταστροφή του
πλανήτη, τις σχέσεις που δυσκολεύουν. Τρομολαγνεία που οδηγεί είτε στον
νευρικό κλονισμό είτε στην απάθεια: Όσα πάνε κι όσα 'ρθούνε και ας πέσεις
στα βράχια. Μα τούτο είναι άλλη μια αναβολή για να αλλάξει κάτι! Άλλη μια
αναβολή για να πάψεις να φοβάσαι.

Ο δύσκολος άνθρωπος δεν είναι τίποτα άλλο από έναν άνθρωπο γεμάτο
φόβους. Ρόλος το να είσαι δύσκολος. Οι δειλίες στριμωγμένα παιδιά κάτω απ' το
τραπέζι.

Οι ψυχολόγοι μονολογούν: “Πέτα ό,τι σου είναι άχρηστο, και κράτα σφιχτά
μόνο αυτά που σε ωφελούνε.” Και ποιος ξέρει τί είναι άχρηστο; Πώς το κρίνεις
το άχρηστο; Και αν το δεις μέσα από άλλο πρίσμα και είναι χρήσιμο;

Η αποτυχημένη πατέντα αυτής της κοινωνίας δεν είναι τόσο στα βήματα
που χάραξε και επέβαλλε από τα γεννοφάσκια. Βάραθρο όμως αφού δεν
εκπαιδευτήκαμε να βρίσκουμε τη χαρά μέσα στην καθημερινότητα αντί να
δυσανασχετούμε με κάθε τί που αποκλίνει από τη στρατευμένη αρμονία.
Κυνηγάμε την ευτυχία, τους χρυσούς λογότυπους μιας πετυχημένης ύπαρξης,
για να φτύσουμε γερασμένοι τα κουκούτσια που δεν το καταφέραμε.
“Μέλλον:Η χρονική περίοδος, στη διάρκεια της οποίας οι δουλειές μας ανθούν, οι φίλοι
μας είναι πιστοί και η ευτυχία μας είναι σίγουρη”. 
Μειδίαμα και γλυκόπικρος κυνισμός.

Αν μια κοινωνία σε μάθαινε πώς να γαληνεύεις τους φόβους σου σήμερα. Αν
η συμπόνια και η κατανόηση ήταν πρώτο πλάνο, αντί για φλού στοιχείο στο
κάδρο. Αν οι αγκαλιές ήταν η μόνιμη πατρίδα. Τότε, τότε το γέλιο μας θα ήταν
αβίαστο και γάργαρο νερό.

Ο Μπηρς κλείνει πονηρά το μάτι.

“Γέλιο: Εσωτερικός σπασμός, ο οποίος προκαλεί παραμόρφωση των
χαρακτηριστικών του προσώπου και συνοδεύεται από άναρθρες κραυγές. Είναι
μεταδικό και, παρόλλο που τα συμπτώματά του υποχωρούν κατά καιρούς, δεν
θεραπεύεται.”
Ευτυχώς!



Τα αποσπάσματα είναι από: “Το αλφαβητάρι του Διαβόλου” - Άμπροουζ Μπηρς / Εκδόσεις Ηλέκτρα
Διαβάστε περισσότερα »
Η φωτογραφία μου
Επέλεξα επίτηδες την οδό Μαυροματαίων, για να ξορκίζω την έκφραση "μαύρα μάτια κάναμε να σε δούμε"... Γ.Ξανθούλης
"ο σουρεαλισμός αποδεικνύει ότι το υπερπραγματικό είναι η ίδια η ανυπότακτη πραγματικότητα απαλλαγμένη από το κοινότοπο."
Μαλβίνα Κάραλη
____________________

"Μασάω λαίμαργα το καιρό
κι όλο σε περιμένω"

Γιάννης Κοντός

στο ψάξιμο

"Νύχτωσε πάλι
Η μέρα που ήταν να 'ρθει σήμερα τι απέγινε;"

Γιάννης Αγγελάκας
____________________

"Έχω ζήσει τόση πολύ βουβαμάρα εδώ μέσα, που για μένα τα γράμματα παίζανε το ρόλο συζήτησης. Μετά κατάφερα να κουβεντιάζω ολομόναχη."
Ιωάννα Καρυστιάνη
"Κανείς να μη μάθει πώς ζήσαμε,
κανείς να μην ξέρει από πού ερχόμαστε και, προπαντός,
κανείς να μη μάθει ποτέ πώς πεθάναμε."

Γιώργος Χειμωνάς
____________________

"Είναι η περίληψη
των σιωπών μου που εκρήγνυται και φέγγω ολόκληρη
όταν λυπάμαι"

Στέλλα Βλαχογιάννη
____________________

"Η οικογένειά μας έπασχε
από μιαν ανίατη ασθένεια:τις αναμνήσεις"

Μάνος Ελευθερίου

όλο το σώμα μου συρτάρια

"Ζήσαμε πάντοτε αλλού και μόνον όταν κάποιος μας αγαπήσει
ερχόμαστε για λίγο."

Τάσος Λειβαδίτης
____________________

"πιάνομαι γερά από
τον τρόπο μου που έχω να σαρώνομαι"

Κική Δημουλά
____________________

"Κάθε φορά που σώζεται κάποιος συναντάει το παιδικό εαυτό του με τρύπες σ' ολόκληρο
το σώμα"

Χρήστος Βακαλόπουλος




followers