Όταν ήμουν παιδί, ένα παιδί που το εξέθρεψε υγιεινότατα το μίσος, άκουγα να γίνεται λόγος στο Άσμα Ασμάτων για κάποια αγαπημένη, ωραία σαν εύφορο αμπέλι. Στραμμένη προς τη Σιών, φανταζόμουν ανθρώπους που τους γέννησαν καταχνιές και άλλους που γεννήθηκαν από ήλιους. Έλεγα πως οι άνθρωποι είναι σαν τα κρασιά: ο ήλιος βγάζει τα καλά και η καταχνιά τα ξίδια. Αργότερα, κατάλαβα πως όλα αυτά δεν είχαν καμία σημασία, από τη στιγμή που και τα μεν σταφύλια και τα δε ποδοπατιούνται.
[...]
Έτσι τελειώνοντας με την ηλικία των ψευτοπαθών, αποφάσισα πως η επεξήγηση του παιδεμένου «σ’ αγαπώ» μου, θα έπρεπε να είναι το στυγνό και τρυφερότατο «σ’ αγαπώ, επειδή με συμφέρεις». Και δε μιλάω για γελοία οικονομικά συμφέροντα. Αλλά για εκείνου του είδους το συμφέρον, όπου ο χρυσός, αντί να εξάγεται, επιστρέφει στο ορυκτό απ’ όπου το απέσπασαν. Στην ουσία δεν πρόκειται ούτε για αγάπη ούτε για συμφέρον αλλά για κάτι πολύ πιο φίνο, πολύ ανώτερο από την άγονη μονοτονία των ερωτικών κοινοτοπιών.
Μιλάω για μια συγχώνευση ανθρώπων, για ένα συμπαγές ανθρώπινο υλικό, όπου ο πόνος, η ταπείνωση, η δόξα και οι δάφνες του ενός χτίζονται μέσα στον πόνο, την ταπείνωση, τη δόξα και τις δάφνες του άλλου. Και όχι κατακτήσεις και πάθη, όχι ερωτικοί εκβιασμοί και απαίδευτες υποταγές, αλλά η εξαίσια χαρά της ανάμειξης του Εγώ με έναν Άλλο. Και η εικόνα είναι ένας σταλακτίτης, που τρέφει τον σταλαγμίτη μέχρι να παγιωθούν και να ριζώσουν στον αέρα. Τότε, τα δάχτυλα αυτού του συμπαγούς σώματος των δύο ανθρώπων, θα μπορούν να ψηλαφούν διαφορετικά την υφή ενός αλλοιωμένου δέρματος και το ψωμί, ένα κουτάλι, ένα ποτήρι με νερό, η λακκούβα στον καναπέ και ένα χάδι στον σβέρκο, όλα σιωπηλά, απλά πράγματα, θα έχουν ένα φως οριστικό, οριστική μορφή και σχήμα.
εκδόσεις Κάκτος









