Τ. Τσανακλίδου
Content
Πώς θέλετε να κλείσουμε αυτήν την κουβέντα μας;
Τ. Τσανακλίδου
"Drink up with me now and forget all about"
Μ' ένα λικέρ λεμόνι αναρωτιέμαι τί είπε ο Μάρεϊ στο αυτί της Γιόχανσον ενώ εκείνη πασαλειβότανε με λυγμούς. Μου τελειώνουν και οι καραμέλες, γαμώτο... Οι μέρες, ω! ναι, αυτές οι γιορτινές, τσουλάνε με το δισκάκι της Madeleine Peyroux. Το "Between the Bars" μ' έχει κάνει κομματάκια. Κάθε φορά που ακούω τέτοιους τζαζ ήχους αισθάνομαι σα χαρακτήρας σε ταινία του Woody Allen. Και πόσο πολύ θα ήθελα να ήμουνα. Όλα παίρνουν άλλη διάσταση και χρώματα. Θα ρχοτανε αυτός ο λιπόσαρκος κύριος, θα κούναγε χέρια και πόδια, λες και παλεύει ν' αλλάξει λάμπα σε αόρατο φωτιστικό, θα διόρθωνε τα γυαλιά στη μύτη του, θα μιλούσε για τη ματαιότητα της ζωής και της ψυχανάλυσης, ενώ εμμέσως θα σε παρακινούσε να πάρεις τα κουβαδάκια σου και να αναζητήσεις την πιο όμορφη παραλία. Υπάρχουν άνθρωποι που τους εμπιστεύομαι με κλειστά βλέφαρα. Τους ακολουθώ και δε βγαίνω ποτέ γελασμένη. Ο Allen, ο Burton, η Norah Jones, ο Cave, η Johansson, η Τριανταφύλλου, η Καρυστιάνη, ο Θανάσης, η Τάνια, οι Tindersticks, και όλο πάει και πάει ο κατάλογος. Μα το μνημονικό πάντα ξεχνάει τα ευχάριστα και χαζεύει φαντάσματα να παίζουν πινκ-πονκ στα τοιχώματα του μυαλού.Έχω δύναμη απόψε.
Μάλλον φταίει το λικέρ.
"την πόρτα τους να ραίνεις"
Θάλασσα, θάλασσα, τους
θαλασσινούς, θαλασσάκι μου
μη τους θαλασσοδέρνεις
θαλασσώνουμαι,
για σένα ξημερώνουμαι.
Θάλασσα κι αλμυρό νερό
να σε ξεχάσω δε μπορώ.
Ροδόσταμο, ροδόσταμο
να γίνεσαι, αχ αμάν αμάν
την πόρτα τους να ραίνεις,
θαλασσάκι μου,
και φέρε το πουλάκι μου.
Θάλασσα, θάλασσα που
τον έπνιξες, αχ αμάν αμάν,
της κοπελλιάς τον άντρα,
θαλασσάκι μου,
και φέρε το πουλάκι μου.
Κι η κοπελλιά, κι η κοπελλιά
είναι μικρή, αχ αμάν αμάν,
και δεν της πάν' τα μαύρα,
θαλασσάκι μου,
και φέρε το πουλάκι μου.
Λαχταρώ λιγότερο εγωισμό γύρω μου,
κοιτάζει τώρα ο καθείς την πάρτη του. Και ξέρεις πως άμα αγαπάς πολύ τον όμορφο εαυτό σου, θα τα καταφέρεις. Θα εκτοπίσεις 5, θα κοροϊδέψεις 20, θα πεις σε 50 με μελωμένα μάτια ότι τους έχεις αναγκη, μα στο τέλος εσύ θα βγεις ο κερδισμένος. Θα ξεζουμίσεις για να ανέβεις. Θα κλαφτείς για να σε λυπηθούν. Ύστερα θα δώσεις κλωτσιές και θα ανατινάξεις τη γέφυρα. Κανένας σύνδεσμος, καμία θύμηση, κανένα ενδεικτικό στοιχείο πως ήσουν εσύ ο φονιάς. Και μες στους πολλούς "αθώους", θα ανεβαίνεις και συ. Και όλο θα ανεβαίνεις. Και μαγκιά σου που θα τα καταφέρεις. Οι καινούργιοι δε θα σκαλίζουν περασμένες εφημερίδες και τους φακέλους σου. Θα σου ανοίγουν πόρτες και θα στρώνουν τα χαλιά. Ενθουσιασμένοι με φούξια, ντροπαλά μάγουλα θα μουρμουρίζουν: "Τιμή μας που μας επισκεφτήκατε!". Κι εσύ, σα γάλος, θα φουσκώνεις από μέσα σου, ενώ με ταπεινά χείλη θα προφέρεις: "Δεν είναι τίποτα σημαντικό, χαρά μου." Ψεύτη... Πάλι κάτι θες. Είτε λέγεται παρηγοριά, είτε λέγεται χάδια είτε το αποκαλείς εσύ αγάπη. Μα δε το ξέρεις, καλό μου, πως η αγάπη που φοριέται με λασπωμένα παπούτσια μετουσιώνεται σε λύπη, έπεται ο θυμός και τέλος το μίσος; Αλυσιδωτή αντίδραση. Αλλά χαλάλι σου. Κατέχεις άριστες τεχνικές κι άπενεχοποιημένος θα μπουκάρεις σε άλλα σπίτια. Το μότο σου: "Η ζωή είναι σκληρή, ας τους ξυπνήσει κάποιος!". Κι όταν θα βρεθεί ένας άλλος με τα κιλά εγωπάθειας πάνω του,εσύ θα τον λατρέψεις. Θα θες να του μοιάσεις. Θα σε αγκαλιάζει, θα τρέμεις. Θα σου γελά, θα λάμπεις. Θα σου ψυθιρίζει ταπεινά: "Είμαι τόσο ασήμαντος και με τιμάει η αγάπη σου", κι εσύ όλο το βράδυ θα γράφεις τις προτάσεις του στο τζάμι. Κι όταν σου κλέψει όλα τα μετάλλεια, λεηλατήσει τα συρτάρια σου και φύγει, θα ουρλιάζεις κάτωχρος απ' το μπαλκόνι: "Κάθαρμα!". Πού να θυμάσαι, κάθαρμα, πώς φέρθηκες εσύ...(θα σαι μεγάλος μάγκας τώρα, αν αντικαταστήσεις το "εσύ" με το "εγώ"...)
"μα αισθανόσουν ήδη απών"
Στιγμές-στιγμές μου ρχεται η ανάγκη να μετατρέψω όλους τους Άγιους-Βασίληδες σε σάκους του μποξ. Είναι ένας από δαύτους έξω απ' το τυροπιτάδικο "Βελανιδιά", κουνάει τον ποπό του πέρα δώθε και φωνάζει ένα μισοχαλασμένο: "Χο-Χο"...Τον έχω βάλει στο μάτι, όπως καταλαβαίνεις... Όλως τυχαίως θα πέσει απάνω μου κι αντί για "χο-χο", θα μουρμουρίζει: "αχ-βαχ". Και να σκεφτείς ότι είμαι κατά της βίας...Αυτές οι μέρες όμως είναι φορτωμένες με λαμπιόνια, μπάλες, στρας και μια επιφανειακή συμφιλίωση με τα πράματα γύρω μας. Απ' του αγιαννιού θα βγάλουμε πάλι τα περίστροφα. Η αλήθεια είναι ότι μετά τα 10 μου, οι γιορτές των Χριστουγέννων έχασαν κάθε ενδιαφέρον. Οι στενοί φίλοι του νυχτόσπιτου εξαφανίστηκαν. Οι μισοί κάπου χωμένοι στην Αραβία βγάζουν λεφτά κι αφήνουν προίκα στα παιδιά που δεν έχουν, και οι άλλοι χαμένοι γενικότερα. Σκορπιστήκαμε. Πάνε πια οι εποχές που πάνω στην καφέ τσόχα της μαμάς οι "μεγάλοι" παίζανε τριανταμία, η Κορομηλά στο "Μπράβο" μέτραγε ανάποδα τα λεπτά μαζί με ανερχόμενα μοντέλα και τον Μαζωνάκη σε εφηβική ηλικία, ο αδερφός μου ενθουσιαζότανε με τους συλλεκτικούς δίσκους των Beatles ενώ εγώ στη γωνιά μου, ξένοιαστη, χτένιζα τα μαλλιά της καινούργιας μου κούκλας που τραγουδούσε. Πάνε χρόνια που χαιρόμουνα να βάζω τα καλά μου και να καλλωπίζομαι. Ξέρεις τώρα...έβαζα λίγο κραγιόν κρυφά, ύστερα το έσβηνα για να μην αγριέψει ο μπαμπάς, και χαιρόμουνα που έκανα κάτι τόσο φιλάρεσκο και μαζί παράνομο...Πάνε χρόνια που η τελευταία ευχή του χρόνου γινότανε με χαρά και προσμονή. Όλα ρουτίνα πια. Τι θα πάρεις σε ποιον, τι θα φορέσω, αχ βαριέμαι! Μάλλον ζω κι εγώ τον Χρονοποιό του Σαββόπουλου..Κάθε φορά μαζευόμαστε οι ίδιοι άγνωστοι άνθρωποι, κρύοι μεταξύ μας, δίχως τα περιθώρια για μείωση των μέσα μας αποστάσεων. Πολύ μαύρα κοιτάζω τις γιορτές και δε πρέπει. Συλλογιέμαι ανθρώπους πραγματικά μόνους τους και το βουλώνω. Απλά κάτι πρέπει να σκεφτούμε, να μην ξεσκίζουμε τόσο άτσαλα το περιτύλιγμα της κάθε γιορτής. Ακόμα και αν το κουτί μέσα είναι άδειο. Πρέπει να βρούμε τρόπους. Πρέπει, πρέπει.
υ.γ.λύκε, στείλε το δίκαννο να πυροβολήσω το Ρένο. Βαρέθηκα να βλέπω τη μάπα του :ρ
το στοίχημα ή αλλιώς...ευχούλα Νο3
Μετά από δυο καραφάκια,
στον Ερχομό της Χαράς (mp3)
Τάσος Λειβαδίτης -Βιολέτες για μιαν εποχή
"και ποιος θα, μετά, μετά, μετά"
Η φράση που με σώζει είναι μία: "σκασίλα μου". Ελάχιστες φορές βέβαια κατάφερα να την αρθρώσω σωστά με το νόημά της να στάζει απ' την γλώσσα μου. Είτε θα τραύλιζα ένα"σκ" σα χαλασμένο σιντί, είτε θα συνέχιζα με ένα εντυπωσιακό αυτογκόλ: "σκάσε!", και θα κατέληγα να κλαίω μέχρι σκασμού.Για να φωνάξεις "σκασίλα μου" ή αλλιώς "σιγά που θα την ίδια την πιπίλα" και να το εννοείς, τρία τινά θα συμβαίνουν. Διαλέγεις και παίρνεις:
1)Είσαι πολύ σίγουρος για το ότι κάθισες στη σωστή θέση στο σινέμα. Συνεπώς, ούτε που θα γυρίσεις να κοιτάξεις μην έκανες κάποιο λάθος στα μετρήματα και στις πράξεις.
2)Έχεις κουραστεί με όλη αυτή τη φάση της ενδοσκόπησης τύπου: "Ποιος στ' αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω", λες ένα άντε στο διάολο σε όλους, και μασουλάς μελομακάρονα.
3) Έχεις πει τόσα πολλά "σκασίλα μου" και "σκ" και "σκάσε" στο παρελθόν, που οι λέξεις για σένα έχουν χάσει πια την αξία τους. Δηλαδή: και πας στο σινεμά, και κάθεσαι σε λάθος θέση, και λερώνεις τα καθίσματα με υπολείμματα μελομακάρονων και ζητάς χίλια συγγνώμη μέχρι να βρεις ποιος στο καλό είσαι και πού πας και τέλος, ούφ!, σπαράζεις ενοχικά πάνω στη ζυγαριά.
"wrapped around your finger"
Τελείωσα εχτές τον Υπόγειο Ουρανό και με πήρανε τα κλάματα. Πάλι και πάλι. Όλο το βράδυ, κρύωνα- κρυώνω πολύ τώρα τελευταία-, πόναγα λίγο κάτω απ' το στήθος κι έκλαιγα. Ένα όνειρο που κατέστρεψε δυο ανθρώπους, έναν έρωτα αλλά τους έμεινε το ταξείδι. Και έκλαιγα μιας κι εμείς τα θηλυκά δεν έχουμε πιο αυθόρμητη επίθεση σε Θεούς και δαίμονες. Το δικό μου το ταξείδι δεν περνά ούτε από την Route 66, ούτε από την Αριζόνα. Ούτε καν προσπερνά ένα κόκκινο φανάρι της Αμερικής! Τί σόι ταξείδι είναι αυτό; Τόσο μικρό και δύσκολο συνάμα; Ακόμα και η Γαλλία μού φαίνεται μίλια, πολλά μίλια μακριά. Ίσως τώρα κάποιο Bateau-Mouche να ανεβοκατεβάζει τουρίστες μες στα βρώμικα νερά του Σηκουάνα. Όπως αυτό που μπηκαν και οι ήρωες του"Πριν το Ηλιοβασίλεμα" για να εξομογηθούν, με τη μετάνοια καρφιτσωμένη στο κούτελο, πως χάσανε τα χρόνια τους. Μπλεχτήκανε στα πλοκάμια μιας άλλης ζωής κάπου άλλου, κάπου εδώ γύρω, αλλά σίγουρα όχι μαζί. Κι εγώ πάντα σε μπλεγμένα σημεία στίξεως να σπιντάρω. Σε δυο-τρεις αθηναϊκές λεωφόρους σέρνομαι και σκορπιέμαι. Και κρυώνω. Κι ειναι πολλές οι γαμημένες οι αυταπάτες...Κι άντε να τις αντέξεις."...Με κοιτάζατε ξένοι μου. Τότε έκλεισα την τσάντα αργά. Ούτε πεντοχίλιαρα, ούτε τίποτα. Άρχισα να απαιτώ διάγνωση με το δάχτυλο στο στόμα. Ηλεκτρολύτες, λέτε δειλά. Χαμογελάω. Ναι εγώ χημεία, εσείς ΔΕΗ. Σε λίγο θα με πείτε παρά φύσιν ένωση με απροσδιόριστες συνέπειες. Εκρήξεις; Ποιος ξέρει; Ηλεκτρολύτες θέλετε; Κομψή ασθένεια; Θα σας χαλάσω εγώ χατίρι; Ηλεκτρολύτες φέρτε, να το κάψουμε κι απόψε μάγκες."
Ο αθλητής του τίποτα
Τρέχει. Τρέχει με αντίθετο άνεμο.Περνά βουνά, λίμνες, πόλεις. Δυσκολίες
και δυσκολίες. Φωτιές, πόλεμους, γκρίνιες, οικογένειες.
Λίγες ομορφιές όταν σταματάει να πιει νερό.
Τις βλέπει για λίγο, τις πιάνει, ξεχνιέται.
Και πάλι το κυνηγητό, η κομμένη ανάσα,
οι αποσπασματικές εικόνες, τραίνα που περνάν
με χαρούμενους ανθρώπους. Και αυτός
σαν κυνηγημένος να προσπαθεί ταυτόχρονα
και άλλα αθλήματα. Να έρχεται τελευταίος
με την ψυχή στο στόμα, να μην τον βλέπει
κανείς, γιατί οι θεατές έχουν ήδη διαλυθεί.
Με βροχές, με χιόνια, με ήλιους, το σώμα
αντέχει, το μυαλό πετάει. Άλλοτε ξεχνάει-
άλλοτε θυμάται. Σε μια στάση για να δει
το φεγγάρι, συνέχεια σκέπτεται: το βιολέ
απόβραδο, τα χάδια και τις υποσχέσεις.
Και τρέχει, τρέχει, ενώ οι άλλοι συναθλητές του
έχουν τερματίσει και σάρωσαν βραβεία
και ιαχές. Αυτός μόνος τον κύκλο του χρόνου τρέχει. Χρόνος σε ευθεία
ή τεθλασμένη ή σπείρα. Δεν κοιτάζει
πίσω το ποίημα, γιατί τον ακολουθούν μύγες, ακρίδες
και μολυσμένος αέρας του πολιτισμού.
Περνώντας βλέπει δέντρα και ουρανό,
βλέπει πουλιά, χαμόγελα και λέει
να δραπετεύσει, να πετάξει.
Αλλά δε γίνεται, είναι προγραμματισμένος
γι' αυτόν το ρόλο. Το ρόλο του δρομέα
με το άγνωστο τέρμα.
Νύχτα και μέρα αναβοσβήνουν.
Τα μάτια του συνήθισαν σ' αυτό το
λυκόφως. Ήρωας του Σάμουελ Μπέκετ
δε το φαντάστηκε ποτέ ότι θα γίνει.
Τώρα πλησιάζει σε ένα σκοτάδι
που αυτός το βλέπει άπλετο φως.
Φουσκωμένα τα μάγουλα από την προσπάθεια,
είναι σαν να φουσκώνει τα πανιά της Αργοναυτικής Εκστρατείας. Πάει και πάει.
Το πέλμα θυμάται το πριν και το μετά αμετάκλητα. Γίνεται τροχός,
βγάζει σπίθες και πείσμα του έρωτος.
Το τέρμα σφίγγεται βίδα
στο άπειρο ή στην κάθε μέρα.
Ένας διασκελισμός και χάνεται
στην αβεβαιότητα του τέλους.
Γιάννης Κοντός
κρυώνω, κρυώνω, κρυώνω
Κρυώνω. Τα βράδια κοιμάμαι μπρούμυτα. Μην και αφήσω κανένα νούφαρο να ανθίσει πάνω στην καρδιά μου και θεριέψει. Γιατί ύστερα, αν το ξεριζώσω, ξέρω πως δε θα χει μείνει καμιά ομορφιά πάνω μου κι από τίποτα σε τίποτα θα γυρνάμε σαν τις άδικες κατάρες. Κρυώνω και το ξύλινο δαχτυλίδι μου σκουραίνει. Μου θυμίζει πόσο ξάνοιγε το χρώμα του όταν το βλεπε ο ήλιος του Αργοσαρωνικού. Κοιτάζω και το άλλο χέρι. Ένα μικρό ασημένιο δαχτυλιδάκι, δώρο από τη Μήλο. Και όλο κρυώνω. Θυμάμαι τη Βανέσσα στο χωριό που μου το βγαζε, να το ταιριάξει στο δικό της δάχτυλο. Τέντωνε το χέρι λες και βρισκότανε σε κοσμηματοπωλείο του Λονδίνου, και χαζοχαιρότανε: Πωπω, σαν να είμαι αρραβωνιασμένη! Και γω της έλεγα με βραχνή φωνή : Οι άντρες περνούν, Βανέσσα, και κανένα δαχτυλίδι δεν γίνεται παρομοίωση αρραβώνα. Θέλω ν' αδειάσω τους κάλυκες απ' το περίστροφο. Στους τοίχους γράφουμε κατά καιρούς περασμένα σύνθηματα, από φόβο μην ξεχάσουμε. "Ο χαμένος τα παίρνει όλα" και κάτι τέτοια χαριτωμένα.... Το θέμα όμως είναι πότε. Μετά από πόσους θανάτους ο λούζερ κάνει την απόσβεση; Ή μήπως ο Θεός το χει κι αυτό κανονισμένο;"μέσα μου κρύβω κεραυνούς"
Ήταν από κείνες τις μέρες που χεις την ανάγκη να διασχίσεις την Πανεπιστημίου και την Ακαδημίας. Να μπλεχτείς με τις παλάμες των άλλων ανθρώπων. Να αναδυθείς απ' τον σταθμό της Ομόνοιας. Συνειρμικά πάντα, η Ομόνοια μου θυμίζει ένα αφιέρωμα στο Γιώργο Ιωάννου. Πρέπει να αγάπησε πολύ αυτήν την πλατεία. Για μένα πάλι η Ομόνοια είναι το πηγάδι όλων των πεινασμένων φυλών. Και δεν εννοώ με το πεινασμένους μόνο τους φτωχούς...Αν προσέξεις φάτσες καθώς περνάς τους δρόμους, θα δεις πρόσωπα σκαμμένα, ταλαιπωρημένα. Ξάφνου εμφανίζονται και κάποιοι τύποι κουστουμαρισμένοι και κοριτσάκια με όλα τα μπιχλιμπίδια της Κηφισιάς πάνω τους που χωρίς να σου χουν κάνει τίποτα, τους αντιπαθείς. Τί δουλειά έχει εδώ η χαζοχλιδή, όταν ξέρεις πως όλα τα μπετά γύρω από την πλατεία, έχουν δει τόση πίκρα και τόση βρωμιά; Θα δεις λοιπόν κι εσύ την τυφλή κοπελίτσα που επιτακτικά σε παρακαλά να αγοράσεις χαρτομάντιλα, θα δεις τα περιοδικά με τις τσόντες να κρέμονται ασυστόλως από το περίπτερο. Θα αρχίσεις την ανάβαση πλάι στα μεγάλα και ωραία κτήρια. Ξεχνάς ποιόν και τί στεγάζουν. Χώνεσαι στην Στοά του Βιβλίου. Τα φυλλάδια με τις επικείμενες εκδηλώσεις και ομιλίες. Άραγες, ποιοι άνθρωποι να παίρνουν μέρος σε αυτές τις συνεστιάσεις; Εμένα όλοι οι φίλοι μου τ' απογέματα είτε θα δουλεύουν είτε θα πίνουνε καφέ είτε θα φιλιούνται. Τα ταξί ανεβοκατεβάζουν τις σημαίες τους. Κάτω απ' τις αφίσες γεύεσαι τις μελλοντικές σου θύμησες. Τσιγάρα, κομμάτια βενζίνης, κάποιος ψήνει κάστανα στην Ιπποκράτους. Χώνεσαι στον καινούργιο Παπασωτηρίου. Αγγίζεις τα βιβλία. Θα μπορούσες να σουν και κατάσκοπος με τέτοια μανία που σε πιάνει να τ' αγγίξεις όλα. Μια σελίδα της Τριανταφύλλου γίνεται λεπίδα και σου ματώνει το δάχτυλο. Λες: "Αυτό θα πάρω" Αχ! Τα σημάδια... Στο ταμείο την τιμητική τους έχουν τα μικρά βιβλιαράκια. 1000 τρόποι για να πεις το Σ' αγαπώ, Πώς να αποκτήσεις θετική ενέργεια, Χαμογέλα όλη μέρα... Η Β. κοιτάζει τα βιβλία σου με σηκωμένο φρύδι. "Ιστορίες Απόγνωσης" και "O Υπόγειος Ουρανός". "Α, καλά", μουρμουρίζει και σου χώνει στα μούτρα το Χαμογέλα όλη μέρα. Της σκας δυο φιλιά και φεύγεις. Γλυκά κατεβαίνεις τις κυλιόμενες κι ακυρώνεις το εισιτήριο της επιστροφής. Στο τρένο βάζεις τα ακουστικά ενώ πέφτεις με λαιμαργία στα νέα σου αποκτήματα. Πόρτες ανοιγοκλείνουν. Στον Άγιο-Ελευθέριο βλέπεις μια ξεχασμένη επιγραφή σ' ένα μπαλκόνι: "Μαθήματα Χημείας και Φυσικής για Δέσμες". Μακάρι αυτό το τρένο να ήταν η σκούπα του Χάρι Πότερ και να πέταγε ψηλά. Πιο ψηλά από τα κτήρια του ΚΚΕ στον Περισσό, πιο ψηλά από την Τιθόρα, πιο ψηλά από τα έντομα του Καλατράβα. Κάποιος έρχεται, κάθεται δίπλα σου και σε προσγειώνει απότομα. Μυρίζει λιβάνι. Τί αγαλλίαση! Υπάρχουν ακόμα τέτοιες μυρωδιές."tu ne vois pas le piege qui fera voler ton coeur aux eclats"
in retrospect
O Αντώνης ήταν αυτό που λέμε ωραίος. Ψηλός, γεροδεμένος, γεμάτος αυτοπεποιθήση. Κοινωνικός, και έτοιμος να βοηθήσει τον καθένα. Όμως είχε ένα ελάττωμα που δεν αντέχω ποτέ στους άλλους: την επίδειξη. Είτε πρόκειται για λεφτά, είτε για... εκατοστά. Ε, ο Αντώνης ήταν περήφανος για το δεύτερο και μίλαγε άνετα για τις σεξουαλικές του επιδόσεις μπροστά στον οποιονδήποτε. Κάθε φορά ερχότανε με μελανιές στον λαιμό και γρατζουνιές στα μπράτσα. Πεδίο μάχης το σώμα του. Δεν ντρεπότανε κι η γλώσσα του ροδάνι. Τις μέρες που είχε ραντεβού ερχότανε σε εμάς παρφουμαρισμένος, στολισμένος και το μάτι να παίζει στα θηλυκά. Μας περιέγραφε πώς έριχνε τις γκόμενες στα πάρτυ της Φιλοσοφικής και πως συντόνιζε τις παράνομες συναντήσεις του. Απορώ ακόμα με τον εαυτό μου πώς συγκρατιόμουνα και δεν κοπάναγα τα βιβλία στο κεφάλι του.Κάποια στιγμή ο Αντώνης άλλαξε... Έγινε λιγομίλητος. Δεν κοίταζε κανέναν και απορροφημένος σκάλιζε κύκλους και σπείρες. Οι μελανιές εξαφανίστηκαν και όλοι χάσαμε τις ενδείξεις πως ο Αντώνης είχε περάσει καλά το προηγούμενο βράδυ. Κάνεις δεν ήξερε τίποτε. Τον ρωτάγαμε τι έχει, πού βγαίνει τα βράδια, τι πίνει και κατάντησε έτσι. Δε μίλαγε. Τα φεγγάρια περνούσαν. Τα γέλια κυλάγανε μες στη κουβέντα, μα ο Αντώνης ούτε μια παρένθεση...Η καθηγήτρια δεν άντεξε άλλο. Θύμωσε με την τόση αδιαφορία, χτύπησε το χέρι στο θρανίο, σήκωσε το κεφάλι του Αντώνη ψηλά και ήταν έτοιμη να χώσει φως και καρφίτσες στα μάτια του μπας και μας πει κάτι. Ξεψυχισμένα μουρμούρισε...
"Την ερωτεύτηκα"
"παραθυράκι η ζωή χωρίς μια θέα"
Οι δουλειές τρέχουν, κυλάνε στην Κηφισσίας, και προσπερνάνε δίχως να με περιμένουν. Είναι απορίας άξιον πώς τα καταφέρνω πάντα κι ο έρωτας μού τρώει τα χρόνια και απορροφά τις σκέψεις... Καμία διάθεση να πιάσω τα πινέλα και τα κάρβουνα. Θέλω να βγάλουμε όλες τις μέρες των Χριστουγέννων στα σινεμά και να χωθούμε στο Blue παρέα με τις αφίσες των Doors και τις περίεργες φατσούλες κι έξω να χιονίζει. "Μια ζεστή σοκολάτα με σαντιγύ παρακαλώ!".
Κι όλο θυμάμαι τους στίχους που έκαναν τη Νικολακοπούλου να δείξει τα δόντια της: "Τον άνθρωπο που τον λυγάς και σ' αφήνει,
σαν άνθρωπο ετούτη η γύμνια τον ντύνει
α, ρε καρδιά."
Οι ρόδες των τρένων τρίζουν στις ράγες του Σταθμού Λαρίσης. Εικόνες σταματημένες στη δεκαετία του 50. Φωνές, τσιγάρα, βαλίτσες, περιστέρια να ψάχνουν για σουσάμια, κι ένα ματάκι να δακρύζει που κάποιον αποχαιρετά. "Το τρένο για Θεσσαλονίκη-Αλεξανδρούπολη αναχωρεί σε δέκα λεπτά." Τί λες; Προλαβαίνουμε;
Για τη γιορτή του Αγίου-Νικολάου μού φέρανε ένα όμορφο ξύλινο αλογάκι με σκαλιστά λουλουδάκια. Άμα το κουρδίσεις, βγάζει μια τόσο γλυκειά και γνώριμη μελωδία που θες,δε θες σε κάνει να νοσταλγείς τις εποχές που κοιμόσουν κάτω απ' το δέντρο με τη χρυσόσκονη και τις μπάλες προσμένοντας το τροχόσπιτο της Barbie...
Θέλω να βρω το χρόνο να κλειστώ στο δωμάτιο και να χαζεύω το αλογάκι μου.
Από ποιο καρουζέλ άραγε να ξέφυγε;




