Κρυσταλλώνομαι πάνω απ’ το τηλέφωνο. Δοσοληψίες μηνυμάτων κι η σιωπή να στάζει. Πίξελ να πέφτουν να τσακίζονται. Η αγάπη απαιτεί απώλειες. Να ξέρεις να χάνεις. Εγωισμούς και μανιέρες.
Τελεία.
Στο γραφείο με διπλαρώνει ένας εκτυπωτής κι ένας σκληρός δίσκος. Ξεκομμένη ακούσια, ύστερα ηθελημένα, και μετά πάλι ακούσια, δε βαριέσαι, έτσι πάει το παιχνίδι της ζωής. Λανθασμένοι χρόνοι σε λάθος αντιδράσεις. Κι όταν όλα φαίνονται σωστά, να λείπει το συναίσθημα. Ο κυνισμός είναι άμυνα για τους βαθειά ρομαντικούς.
Τελεία.
Κατεβαίνεις προς τη θάλασσα και το ραδιόφωνο να κάνει λόγο για καράβια στου Πειραιά τη μπούκα. Να έβαζες σ’ ένα τη ψυχή σου, "φύγε", να της πεις, "κάνε το ταξίδι κι έλα ήρεμη", μα μετά σε τρομοκρατεί η ιδέα ενός άδειου ρεζερβουάρ, πάει η έμπνευση, ναυάγησε, σκάει τ' όνειρο. Το μέλλον της ζοφέριας αριστοτεχνικά απλωμένο μπρος σου. Κι εσύ εναγωνίως και απελπισμένα με μάτια να σκανάρουν βενζινάδικα κι οι ρόδες όλο να πεινάνε. Η ποίηση χωράει στριμωχτά σαν σε μπολιάζουν με τρομοκρατία. Τρίτος παγκόσμιος, "κέρασέ με ένα μπτιτόνι", θα λέμε σε λίγο."Μη γελάς, με πράματα που δεν υπάρχουν μη γελάς." Φοβάμαι.
Μου λες να δω τις ομορφιές του κόσμου. Μόνο με τα μάτια σου, καλό μου.



