Content

10 σπόροι

"Κάμε να σ'ανταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο του πόθου μου"

(ή αλλιώς αυτόματη γραφή Νο11)

Τελειώνω το Χαμένο Φάσμα της Ζογλοπίτου ενθουσιασμένη. Οι λεπτές, νευρώδεις μα σίγουρες, μαύρες γραμμές της και το ταλέντο της σύνθεσης χώρου που εμένα μάλλον δε μου χαρίστηκε. Κι ας ήταν το σενάριο παρωχημένο. Τραγουδώ μπροστά από τον ανεμιστήρα και η φωνή σκίζεται σε μικρά κομματάκια. «Όοοοολαααα ταα αδέεεσποτααα ρωτώωω μήηηπως σε είιιιδααν». Δε σε είδαν και οι θαυματοποιοί αποσύρθηκαν. Περνάω φανάρια με κόκκινο. Τα βράδια, στα μπαρ της παραλίας μπερδεύω τα ονόματα των αγοριών. Ο προσανατολισμός μου σε λανθάνουσα κατάσταση. Χτυπάει όμως συναγερμό όταν πλευρίζω την Ομόνοια. Στο νυχτόσπιτο δε, βρίζω τον αποπάνω που γαμά το κεφάλι μας με τα τρυπάνια του. Το παίζω δυνατή, στους απ’ έξω. Ο Κ. μιλάει για ποίηση και οίηση. Για τη δυσκολία του να ξεκινήσεις κάτι καινούργιο ενώ σε διακατέχει η σιγουριά του εκλεκτού. Του χαμογελάω αχνά. Δε ξέρει ότι "γράφω". Ελάχιστοι το ξέρουν. Μα με κοιτάει με ύφος λες και ξέρει. Λες; Νομίζω ότι θα μου ζητήσει συμβουλές. Εμένα; Που η μόνη σταθερή και μετέωρη απάντηση μου είναι «δε ξέρω»; Μπα, αποκλείεται. Φαίνομαι γλυκειά και αθώα. Σε κάποιους το παίζω έξυπνη. Τους πετάω ατάκες, εκνευρίζονται που πετάχτηκα, μετά αναρωτιέμαι αν αξίζει, ύστερα πνίγομαι στην απομίμηση γρανίτας φράουλας με αλκοόλ και κάνω μπουρμπουλήθρες. Όταν θέλουν να φύγουν, με κοιτάνε με στοργή και λένε: «Να, η παπαρούνα νύσταξε». Κι εγώ σηκώνομαι στις μύτες για να χορέψω ροκαμπίλι και σουίνγκ. Άδεια αισθάνομαι. Είσαι και σύ που χώνεσαι σφήνα την πιο παράξενη ώρα. Ξημερώνει και μου στέλνεις γράμμα: "σε σκέφτομαι και θα μου λείπεις πάντα". Σα να πέθανα. Σα δήλωση γραμμένη σε στεφάνι. Τότε που όλοι σε αγαπάνε, και το σώμα σου γίνεται προσκυνητάρι. Επιστρέφω στο γράμμα σου. Διαβάζω ξανά την τελευταία φράση. Σε σκέφτομαι και θα μου λείπεις πάντα. Φαινομενικά συγκινούμαι. Η κρούστα σπάει, γίνεται θρύψαλα, ακούω τα κομμάτια όταν πιάνουν έδαφος, μα μέσα είμαι άδεια και συ κάτι περιμένεις.

"Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα κάτω απ' τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες
κι η πόλη νεκρή. "

Ύστερα ο ουρανός ανοίγει στα δύο, ορμά ο ήλιος φουριόζος και τηγανίζει τα μπράτσα μου. Καλώς ήρθες, του λέω, τι θα μού φέρεις σήμερα; Ανθρώπους ή σιωπές; Συνήθως με σνομπάρει και δεν απαντά. Ανεβαίνει και με καίει. Άλλες φορές, σκύβει προς το μέρος μου σεμνά και με κερνά γάλα δροσερό με τριαντάφυλλο. Μετά είμαι χαρούμενη.

"Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά, κάμε να σ' ανταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο του πόθου μου.
Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ κρατώντας ακόμα μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες."

Τα απογέματα, ψιλλιάζομαι πως ο μόνος δρόμος για την ευτυχία είναι η άγνοια. Λίγο πιο κυνικά: να είσαι χαζούλης. Ή περισσότερο κυνικά: να είσαι ένας έξυπνος με ταλέντα χαζού. Η γνώση με οδηγεί στην απόγνωση. Και δεν αισθάνομαι ούτε έξυπνη ούτε αρκετά χαζή ούτε ταλαντούχα. Φθονώ την ανθρώπινη φυλή κάθε Ιούλιο. Όλα διαστέλλονται και παραμορφώνται. Μυαλά χύνονται στα δάση και στα δελτία των 8. Η εντροπία του σώματός μου είναι ήδη αυξημένη. Δε θέλω άλλο χάος στο χάος μου κι εσείς μη μου κάνετε ενέσεις κολλαγόνου. Ψέμματα. Εγώ τις δέχομαι. Αφήνομαι να παρασυρθώ απ' το ποτάμι, χάνω τον εαυτό μου σε κανόνες άλλων και μετά ψάχνω για διέξοδο.

"Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένανε κι ούτε κανένας με γνώριζε"

Κι ο αύγουστος οφείλει να είναι Αύγουστος.


Διαβάστε περισσότερα »
2 σπόροι

"like a soft living wind"

(εικονογράφηση: Anne-Julie Aubry)

Είναι φορές που μπουκώνουν οι λέξεις. Φράζουν πίσω από τα χείλια, τα γράμματα διαστέλλονται μέσα στο στόμα σου, φουσκώνουν τα μάγουλα, νομίζεις ότι θα σκάσεις, αλλά δε μιλάς. Δεν αφήνεις την ύλη της λέξης να εκσφενδονιστεί από τα χείλια σου. Να πάρει το σωστό σχήμα και καμπύλη το γράμμα. Συσσωρεύεται μέσα σου το αλφάβητο, κάνει κούνια μπέλα το θήτα στις φωνητικές σου χορδές, εσύ βγάζεις κραυγές γλάρων, παίζει ντόμινο το όμικρον με το ρο μες στις αρτηρίες σου, εσύ βήχεις, μα εκείνη η ακατάληπτη και θλιβερην αιτία δε σ’ αφήνει να αμολήσεις οποιαδήποτε σκέψη. Σα να παρέλυσε ο εγκεφαλικός μηχανισμός.

Ο σωματικός, δε, πέρα βρέχει. Περνάει τα βράδια του σε ξαπλώστρες παραλίας κι ακούει Nino Rota σε γλυκιές ζωές. Και τότε πέφτει ένα αστέρι, κι εύχεται να πέσει κι άλλο αστέρι, κι ύστερα κι άλλο, ώσπου να σβήσουν όλα τα φώτα, κι όταν θα μπει ο ήλιος, να ρθεις σα το Χριστό πάνω απ' τη θάλασσα, να σηκώσεις το σώμα από τη ξαπλώστρα, να ανεβείτε σε ένα άτι με διαμαντόπετρες στη σέλα, και θα λένε το άτι Ντόλυ και θα μασουλά φιστίκια. Θα πηγαίνεις το σώμα στα πανηγύρια, θα του αγοράζεις μαλλί της γριάς και θα παντρεύεσαι τα χέρια με ξύλινα δαχτυλιδάκια.

Το σώμα μου γελά που μπορεί και ονειρεύεται.

Λοιπόν, αυτή η φράση με το πλοίο που ψάχνει λιμάνι για ν’ αράξει, ταιριάζει. Ναι ταιριάζει. Απόψε, στα καλοκαίρια, στις επιστροφές των δώδεκα παρά με τρένο, στα ξημερώματα σε αεροδρόμια, σε μνημόσυνα, στην εθνική με μεσαία φώτα, ταιριάζει. Και το πλοίο βουλιάζει.

Διαβάστε περισσότερα »
7 σπόροι

"για να μαζέψει τα άστρα που μετρά"

Ο ήλιος κάνει γκελ στους θερμοσίφωνες της πόλης και έπειτα χώνεται σφήνα πίσω από τα καρβουνιασμένα βουνά. Ο Ιούλιος είναι άτακτο παιδί. Ζηλιάρικο. Όλα τα φώτα πάνω του θέλουν να 'ναι. Του γυρνώ την πλάτη και μού δαγκώνει το μάγουλο. Μα η θάλασσα του Αυγούστου είναι πιο μεστή και σοφότερη. Στο σπίτι μουτζουρώνομαι με σινική μελάνη και ψάχνω για κινέζικα πινέλα. Θέλουν, λένε, να ζωγραφίζω παπούτσια. Δεν αποτυπώνονται έτσι τα χιλιόμετρα, κύριοι. Έπειτα ξεχνιέμαι με ντοκιμαντέρ για δελφίνια. Ευγενικά, σκληρά πλάσματα. Το βράδυ, γιασεμιά και βασιλικοί κουτσομπολεύουν στο μπαλκόνι και γω κατασκοπεύω τη γειτονιά. Η ζωή μού μοιάζει γενναιόδωρη όταν σε νοιάζεται ουσιαστικά κι ένας μόνο άνθρωπος. Δίχως μπακαλίστικα πάρε-δώσε. Η ζωή μού μοιάζει γενναιόδωρη όταν δίπλα μυρίζει θάνατος. Ύστερα το ξεχνάς και ζέχνει το παράπονο από πάνω σου. Τα ίδια, πάντα τα ίδια, δεν αλλάζει ο άνθρωπος, κύριοι. Θέλω μια Αθήνα άδεια και φτηνά τσιγάρα.


υ.γ. η φώτο ανηκει σε μια συνονόματη από το dpgr
Διαβάστε περισσότερα »
6 σπόροι

el payande.

Μερικές φορές δε ξέρω τι κάνω. Κάθομαι, κοιτάω το χέρι μου που γράφει. Γράφει. Τι; Δε ξέρει. Ούτε εγώ. Ούτε κανείς. Γράφει μέχρι να τελειώσει η σελίδα. Όσο χρειάζεται. Ούτε λέξη παραπάνω ούτε λέξη παρακάτω. Θα γράψω κι άλλο. Πολύ. Μου αρέσει να γράφω. Να βλέπω το χέρι μου να γράφει. Να γράφει μέχρι να τελειώσει η σελίδα. Εξηγήσεις. Χρειάζονται. Εξηγήσεις. Λαβές. Πλειοδοσία. Μέτρα. Λάβαρα. Σάβανα. Πλάτες. Γράφει κι άλλο. Πλοία, φώτα, πέτρες, χάρτες. Φεύγει. Ανατρέπεται. Σκοράρει. Κυλάει. Όσο χρειάζεται. Θα γράψω ώσπου να πήξω απόψε. Προσόντα; Μην αγχώνεσαι. «Τι χρειάζονται τα βιβλία; Υπάρχουν πολλά βιβλία ήδη». Αυτό δεν είναι δικό μου. Άλλος το είπε. Κάποιος. Άλλος. Γράφε. Χαλαρά. Περισσότερες λέξεις. Περισσότερες. Όχι περιττές. Μου έρχονται απανωτές θρομβώσεις. Έχω μια φούσκα στο αίμα μου που όλο τρέχει. Και πού θα σταματήσει; Και τι χρώμα θα ζητήσει; Εξηγήσεις. Θα ζητήσει εξηγήσεις. Πλεξιγκλάς. Εμείς εδώ, εσείς στον τελικό. Όλα τα παιδάκια τετράγωνα ματάκια. Στοιχειοθετείται αδίκημα; Εκτέλεση; Εντάξει. Αλλά κάθειρξη; Κάθειρξη; Πλάκα κάνω. Ούτε που με νοιάζει. Και στο κάτω κάτω ποιοι είσαστε εσείς; Ποιοι ‘σαστε εσείς; Καλή εξήγηση; Αυτό είναι. Αυτό που λείπει. Εξηγήσεις. Φίλε, ο καθένας κάνει τις επιλογές του. Πας στο καζίνο, τα βάζεις όλα στο οχτώ. Έρχεται το εφτά. Τι θα κάνεις; Θα πας στον γκρουπιέρη να του πεις « Μάστορα, μπορώ να βάλω τώρα λίγα και στο εφτά»; Μπροστά σου ήταν και το οχτώ και το εφτά και το εκατόν εφτά. Και όλα. Έπαιξες το οχτώ. Έχασες. Γεια σου. Τέλος χρόνου. Συνταγή. Μπουρμπουλήθρες. Ανάδυση. Δύο υποβρύχια συναντιούνται στη μέση του ωκεανού. Στην επιφάνεια. Βγαίνει ένας ναύτης απ’ το ένα κι ένας ναύτης απ’ το άλλο. «Πόσα;» ρωτάει ο ένας, «Τι πόσα», απαντάει ο άλλος. «Τι πέντε;» ρωτάει ο ένας. «Τι πόσα;» ρωτάει ο άλλος. Άρα; Άρα τίποτα. Τίποτα. Τίποτα δε σημαίνει τίποτα. Μόνο εγώ. Μόνο εγώ σημαίνω. Τίποτα. Αυτό σημαίνω. Τι πέντε; Τι πόσα; Τι εννοείτε; Τι πρόβλημα υπάρχει; Τι θέλετε από μας; Τι χρώμα ματιών είχε; Γιατί; Γιατί το είχε; Γιατί δεν είναι εδώ; Με τα μάτια της; Με τα μάτια μου. Αποχώρηση. Πλην. Άρνησις του ίππου. Αποχωρητήριο. Βραστήρας ιδεών. Πλουμιστά στολίδια. Θάνατος. Νότες. Καταιγίδα. Που είσαι; Πανικός. Ψυχραιμία. Πανικός. Ψυχραιμία. Πανικός. Ψυχραιμία. Φθορά. Aπέραντη αγάπη. Λάθος. Σημαιοφόρε της βλακείας. Σταυρόλεξο. Σκεφτόμαστε καθέτως. Φεύγουμε οριζοντίως.Σημάδι. Κέντρο. Ανάσκελα. Σύννεφα. Οξυγόνωση. Ελλιπής. Εξηγήσεις. Ελλιπέστατες. Γράφε. Εξηγήσεις. Μέχρι να τελειώσει η σελίδα. Μέχρι να τελειώσει η σελίδα. Μέχρι να τελειώσει η σελίδα. Μέχρι να τελειώσει η σελίδα. Μέχρι να τελειώσει η σελίδα. Μέχρι να τελειώσει η σελίδα. Μέχρι να τελειώσει η σελίδα. Μέχρι να τελειώσει η σελίδα.

Τα χαστουκόψαρα - Λένος Χρηστίδης


υ.γ. 1. Δυστυχώς δε βρήκα καλύτερη ανάλυση του εξωφύλλου. Έξοχος ο πίνακας/κολλάζ της Έλλης Παγκάλου


υ.γ.2. Ευχαριστώ τον Θ. που μου πρότεινε αυτό το πολύ καλό βιβλίο. Καλοκαίρι.

υ.γ.3 Eδώ ο εξαιρετικός δίσκος της κυρίας των τραγουδιών. Εξαιρετικός. Το πα;

Διαβάστε περισσότερα »
5 σπόροι

"Τώρα πια τ' απογεύματα δεν έχω όνομα"

Μου αρέσουν τα πιάνα με τα κιτρινισμένα πλήκτρα. Τα πολυκαιρισμένα. Δάχτυλα αποτύπωναν το θυμό και τη θλίψη με άτσαλο μα κι αρχοντικό τρόπο. Σ’ εκείνα, τέλος πάντων, που σαν τα πατάς, ο ήχος ακούγεται ελαφρά οξύς. Και ετοιμόρροπος. Διστακτικό ντο.
Σκέφτομαι βλακειούλες στο μπαλκόνι.Ξεπροβάλλει και ένα δαγκωμένο φεγγάρι. Κάπου, κάποιο σκυλί θα τρέχει με το άλλο μισό στα δόντια. Θα θελα να γράψω μια ιστορία. Αλλά είναι μόνο μια πρόταση. «Ξάφνου ο κύριος Κ. πέθανε». Αρχή-μέση-τέλος. Το ξάφνου γίνεται πηγάδι και χωράει όλο το παρελθόν δεκαετιών. Στο "πέθανε" πνίγεται ο χαμός του μέλλοντα. Ελάτε τύψεις σαν κουνούπια τώρα να βελονιάσετε τα πόδια μου.

Ύστερα, αθωώνομαι.
Με στροβιλίζει ο Rota σε βαλσάκια μελαγχολικώς χαρούμενα, μπορεί να γίνονται χαλί σε λόγια της Μαλβίνας: «Περπατάω με χαμόγελο ανάμεσά τους, χαίρομαι που είμαστε εδώ με ήλιο, λέω, μέσα μου ανεξήγητα αυξάνει μια μελαγχολία, θυμάμαι τον Λάμπρο του Διονύσιου Σολωμού: «Και εσίμωσαν για να δώσουν το φιλί της αγάπης. Και δεν το έδωσαν...».
Και δε το δώσαμε.
Γιατί στάθηκε αδύνατη η εξίσωση προσδοκιών.

υ.γ. Ω, ας μου πει κάποιος, κάπου, τί τραγουδά με τόσο πάθος αυτός ο κύριος.

Διαβάστε περισσότερα »
8 σπόροι

Τα πλοία του Πειραιά.

Όταν έκλαιγε,
ένα κύμα ερχότανε.
Την έπαιρνε
και την έβγαζε
στα πλοία του Πειραιά.

Ήθελε να φύγει.
Αλλά να πάει πού;

Ύστερα το κύμα έκανε στροφή
και την ξέβραζε στο μπαλκόνι της.
Γρατζούναγε το πάτωμα
ώσπου ν' ανέβει στο κρεβάτι.

Εκεί, μ' ένα στόμα σα νεκροταφείο,
κοιμότανε
κι ονειρευότανε
τα πλοία του Πειραιά.
(24/01/05)

υ.γ.η φώτο από το dpgr

Διαβάστε περισσότερα »
Η φωτογραφία μου
Επέλεξα επίτηδες την οδό Μαυροματαίων, για να ξορκίζω την έκφραση "μαύρα μάτια κάναμε να σε δούμε"... Γ.Ξανθούλης
"ο σουρεαλισμός αποδεικνύει ότι το υπερπραγματικό είναι η ίδια η ανυπότακτη πραγματικότητα απαλλαγμένη από το κοινότοπο."
Μαλβίνα Κάραλη
____________________

"Μασάω λαίμαργα το καιρό
κι όλο σε περιμένω"

Γιάννης Κοντός

στο ψάξιμο

"Νύχτωσε πάλι
Η μέρα που ήταν να 'ρθει σήμερα τι απέγινε;"

Γιάννης Αγγελάκας
____________________

"Έχω ζήσει τόση πολύ βουβαμάρα εδώ μέσα, που για μένα τα γράμματα παίζανε το ρόλο συζήτησης. Μετά κατάφερα να κουβεντιάζω ολομόναχη."
Ιωάννα Καρυστιάνη
"Κανείς να μη μάθει πώς ζήσαμε,
κανείς να μην ξέρει από πού ερχόμαστε και, προπαντός,
κανείς να μη μάθει ποτέ πώς πεθάναμε."

Γιώργος Χειμωνάς
____________________

"Είναι η περίληψη
των σιωπών μου που εκρήγνυται και φέγγω ολόκληρη
όταν λυπάμαι"

Στέλλα Βλαχογιάννη
____________________

"Η οικογένειά μας έπασχε
από μιαν ανίατη ασθένεια:τις αναμνήσεις"

Μάνος Ελευθερίου

όλο το σώμα μου συρτάρια

"Ζήσαμε πάντοτε αλλού και μόνον όταν κάποιος μας αγαπήσει
ερχόμαστε για λίγο."

Τάσος Λειβαδίτης
____________________

"πιάνομαι γερά από
τον τρόπο μου που έχω να σαρώνομαι"

Κική Δημουλά
____________________

"Κάθε φορά που σώζεται κάποιος συναντάει το παιδικό εαυτό του με τρύπες σ' ολόκληρο
το σώμα"

Χρήστος Βακαλόπουλος




followers