Τελειώνω το Χαμένο Φάσμα της Ζογλοπίτου ενθουσιασμένη. Οι λεπτές, νευρώδεις μα σίγουρες, μαύρες γραμμές της και το ταλέντο της σύνθεσης χώρου που εμένα μάλλον δε μου χαρίστηκε. Κι ας ήταν το σενάριο παρωχημένο. Τραγουδώ μπροστά από τον ανεμιστήρα και η φωνή σκίζεται σε μικρά κομματάκια. «Όοοοολαααα ταα αδέεεσποτααα ρωτώωω μήηηπως σε είιιιδααν». Δε σε είδαν και οι θαυματοποιοί αποσύρθηκαν. Περνάω φανάρια με κόκκινο. Τα βράδια, στα μπαρ της παραλίας μπερδεύω τα ονόματα των αγοριών. Ο προσανατολισμός μου σε λανθάνουσα κατάσταση. Χτυπάει όμως συναγερμό όταν πλευρίζω την Ομόνοια. Στο νυχτόσπιτο δε, βρίζω τον αποπάνω που γαμά το κεφάλι μας με τα τρυπάνια του. Το παίζω δυνατή, στους απ’ έξω. Ο Κ. μιλάει για ποίηση και οίηση. Για τη δυσκολία του να ξεκινήσεις κάτι καινούργιο ενώ σε διακατέχει η σιγουριά του εκλεκτού. Του χαμογελάω αχνά. Δε ξέρει ότι "γράφω". Ελάχιστοι το ξέρουν. Μα με κοιτάει με ύφος λες και ξέρει. Λες; Νομίζω ότι θα μου ζητήσει συμβουλές. Εμένα; Που η μόνη σταθερή και μετέωρη απάντηση μου είναι «δε ξέρω»; Μπα, αποκλείεται. Φαίνομαι γλυκειά και αθώα. Σε κάποιους το παίζω έξυπνη. Τους πετάω ατάκες, εκνευρίζονται που πετάχτηκα, μετά αναρωτιέμαι αν αξίζει, ύστερα πνίγομαι στην απομίμηση γρανίτας φράουλας με αλκοόλ και κάνω μπουρμπουλήθρες. Όταν θέλουν να φύγουν, με κοιτάνε με στοργή και λένε: «Να, η παπαρούνα νύσταξε». Κι εγώ σηκώνομαι στις μύτες για να χορέψω ροκαμπίλι και σουίνγκ. Άδεια αισθάνομαι. Είσαι και σύ που χώνεσαι σφήνα την πιο παράξενη ώρα. Ξημερώνει και μου στέλνεις γράμμα: "σε σκέφτομαι και θα μου λείπεις πάντα". Σα να πέθανα. Σα δήλωση γραμμένη σε στεφάνι. Τότε που όλοι σε αγαπάνε, και το σώμα σου γίνεται προσκυνητάρι. Επιστρέφω στο γράμμα σου. Διαβάζω ξανά την τελευταία φράση. Σε σκέφτομαι και θα μου λείπεις πάντα. Φαινομενικά συγκινούμαι. Η κρούστα σπάει, γίνεται θρύψαλα, ακούω τα κομμάτια όταν πιάνουν έδαφος, μα μέσα είμαι άδεια και συ κάτι περιμένεις.
"Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα κάτω απ' τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες
κι η πόλη νεκρή. "
Τα απογέματα, ψιλλιάζομαι πως ο μόνος δρόμος για την ευτυχία είναι η άγνοια. Λίγο πιο κυνικά: να είσαι χαζούλης. Ή περισσότερο κυνικά: να είσαι ένας έξυπνος με ταλέντα χαζού. Η γνώση με οδηγεί στην απόγνωση. Και δεν αισθάνομαι ούτε έξυπνη ούτε αρκετά χαζή ούτε ταλαντούχα. Φθονώ την ανθρώπινη φυλή κάθε Ιούλιο. Όλα διαστέλλονται και παραμορφώνται. Μυαλά χύνονται στα δάση και στα δελτία των 8. Η εντροπία του σώματός μου είναι ήδη αυξημένη. Δε θέλω άλλο χάος στο χάος μου κι εσείς μη μου κάνετε ενέσεις κολλαγόνου. Ψέμματα. Εγώ τις δέχομαι. Αφήνομαι να παρασυρθώ απ' το ποτάμι, χάνω τον εαυτό μου σε κανόνες άλλων και μετά ψάχνω για διέξοδο.
Κι ο αύγουστος οφείλει να είναι Αύγουστος.






