Ο μόνος προσανατολισμός μου στην Αθήνα είναι η Ομόνοια. Πηγάδι και με τραβά στον πάτο. Ανεβαίνω την Πανεπιστημίου και νομίζω πως πηγαίνω αντίθετα. Αλήθεια, σαν να κάνω κάτι παράνομο. Όλες οι ψυχές συναθροίζονται στην Ομόνοια. Κάτι ανάμεσα σε νεκροταφείο και λούνα παρκ. Δεν το ξεκαθάρισα ακόμα μέσα μου. Πένθος με ρούχα πολύχρωμα και μυρωδιά καφεκοπτείου; Ανεβαίνω, που λες, την Πανεπιστημίου και σηκώνονται μπρος μου μικρές, ξεφλουδισμένες βιτρίνες, κατάλοιπα άλλων δεκαετιών. Φτύνουν με ηρωική αναπηρία κουβέντες πως η φτώχια δεν κρύβεται πίσω από γυαλισμένα μάρμαρα και ανακαινίσεις νεοκλασικών. Ανεβαίνω, όλο ανεβαίνω. Η Ομόνοια ουρλιάζει από πίσω μου. Με διαολίζει, με καταριέται, μού ρίχνει άγκυρες να με ρίξει χάμω, να σωριαστώ, να κατρακυλήσω προς το μέρος της. Ακάθεκτη συνεχίζω. Ισχυρίζομαι πως δε με αγαπάει αφού δε θέλει να της φύγω. Η Σόλωνος φίσκα στα βιβλιοδετεία. Σύμπραξη από παππούδες, επιμένουν να συνεχίζουν μια τέχνη που κανείς δεν αναγνώρισε. Στάθηκα έξω από ένα και νόμιζα πως ήμουν σε κατώφλι εκκλησίας. Ο παππούς να κόβει δέρμα με μαεστρία κι ολόγυρά του ένας εξοπλισμός αρχαίος σαν τις αρτηρίες του. Ντράπηκα μη με παρει πρέφα κι έφυγα. Κι ήθελα όμως τόσο να μπω και να τον παρακαλέσω να μου μάθει την τέχνη. Ντράπηκα και μια μυρωδιά από λιβάνι να χει κολλήσει στα ρουθούνια. Ακούω ξέπνοα κλάματα της Ομόνοιας. Όλοι της φεύγουν, γκρινιάζει, πως είναι άσχημη. Χαμογελάω. Τα παράπονα των άλλων με κολλάνε πάντα στον τοίχο. Σαν τα παιδιά που μοιρολογούν γιατί αισθάνονται πως κανείς δεν τα αγαπά. Άκουσε με, ξέρω από τούτα τα τερτίπια. Στροβιλίζομαι σε άγνωστα στενά. Μπαινοβγαίνω σε στοές. Βιβλιοπωλεία με σκονισμένα βιβλία σε ράφια με πράσινη τσόχα. Άμα σταθείς για λίγο στο τζάμι, θα πεταχτούν οι βιβλιοπώλες: "Κάνουμε πολύ καλές τιμές!". Εκτυφλωτική απελπισία. Μα δεν ψάχνω κάτι δυστυχώς. Εγώ για να ξεφύγω ήρθα. Τίποτα δε λειτουργεί φυσιολογικά εδώ πέρα. Νομίζω ότι περπατώ ανάμεσα σε φύκια, βότσαλα και μέδουσες. Μόνο τα λαμπυρίζοντα κτήρια διακρίνονται. Η Ομόνοια δε κλαίει πια. Μού χει γυρίσει την πλάτη, της βάφουν μπλε τις βλεφαρίδες της, την ποτίζουν, την ταΐζουν, κι εκείνη φτιάχνει νύχια. Ντίβα. Που και που, ρίχνει ματιές πίσω, μπας και της γυρίσω, ανοίγει τα πόδια της να περάσουν κι άλλοι. Πιο πολύ, πιο πολλοί. Της έχω φύγει.
Για πάντα.

9 σπόροι:
at: Πέμπτη, Μαρτίου 29, 2007 3:33:00 μ.μ. είπε...
αυτες οι παλιες κι απληρωτες τεχνες κι εμενα με γοητευουν..κι αν θες ολοι αυτοι ειναι καλα πληρωμενοι..με την αγαπη για τη δουλεια τους..την πμονοια και εγω την αγαπω..αν και την ξερω λιγο..τη νοσταλγω..
at: Πέμπτη, Μαρτίου 29, 2007 3:43:00 μ.μ. είπε...
ωραία αφήγηση, πολύ συναίσθημα...
έτσι μ΄ αρέσει και μένα να περπατώ σ΄ αυτό το ανθρώπινο λουνα παρκ που είναι η πόλη που γεννήθηκα, που δεν ξέρω αν την αγαπώ ή αν την μισώ πια
μ΄ αρέσει να περπατώ, χαλαρώνω αφάνταστα, με διάθεση αφηρημένη και να σκοντάφτω συνεχώς σε μικρές εκπλήξεις και σκιρτήματα όχι μόνο από το φόντο αλλά και καθώς το βλέμμα τυχαία αγκιστρώνεται σ΄ άλλα βλέμματα και να
συνεχίζω να περπατώ...
at: Παρασκευή, Μαρτίου 30, 2007 2:51:00 μ.μ. είπε...
κρίμα, γιατί ντράπηκες καλύτερα να του χάριζες ένα χαμόγελο ;)
at: Παρασκευή, Μαρτίου 30, 2007 3:28:00 μ.μ. είπε...
kalimera! diabasa tis skepheis sou kai mageutika me tin afigisi gia ta bibliopwleia sti solwnos. poses fores exw kanei paromoia skephi! ti omorfi nostalgiki eikona!! .. telika h athina exei ginei abioti..monaxa kati tetoia skinika krummena kala mesa sti poli einai pou tin kratane akoma zwntani. na sai kala.
mary
at: Παρασκευή, Μαρτίου 30, 2007 5:50:00 μ.μ. είπε...
#φεγγάρω, τί καλά πληρωμένοι; Αναρωτιέμαι ποιος θα συνεχίζει αυτές τις δουλειές αύριο..
#tifoeus,:).. προσοχή στις λακκούβες όμως γιατι εγώ έτσι την πάτησα...:ρ
#πνευματάκι του δρόμου, :)
#μαίρη, μάτια να χεις να βλέπεις.:)
at: Σάββατο, Μαρτίου 31, 2007 5:27:00 μ.μ. είπε...
Κάθε πράγμα στον καιρό του, κι η Παπαρούνα την άνοιξη...
Αν ερχόσουν
θα σταμάταγα τα τραίνα στη στροφή για να περάσεις (Χατζής)
(έμμεση απάντηση στο "και τί έγινε που ήρθες; της Τάνιας)
at: Σάββατο, Μαρτίου 31, 2007 7:23:00 μ.μ. είπε...
αυτο φαντάζομαι πηγαίνει σετάκι με το
"απόψε κάνεις μπαμ, σε βλέπουν και φρενάρουνε και σταματούν τα τραμ."
Δε ξέρω σε ποιες έμμεσες απαντήσεις αναφέρεσαι, πάντως το τραγούδι δεν είναι της Τάνιας, αλλά καψουροτράγουδο από την ταινία Φτάσαμεε με τον Παύλο Κοντογιαννίδη στα φωνητικά.
at: Κυριακή, Απριλίου 01, 2007 2:57:00 π.μ. είπε...
Η αλήθεια είναι ότι τα μπέρδεψα λίγο. Αναφερόμουν σε αυτό....
Μαύρα τα μάτια κι οι βλεφαρίδες
Και μονοπάτια με νυχτερίδες
Καρφί δεν καίγεται
Κι εσύ μια μέρα που δε με είδες
Και τι θα γίνει και που με είδες
Ζωή δε λέγεται
όπου είδες στο μυαλό μου =
ήρθες
Μ' ένα σπασμένο καθρεφτάκι
Στο δρόμο βγαίνει το γυφτάκι
Και χάνεται
Σαββάτο στην Αγιά Βαρβάρα
Κι εσύ, Θέε και Ήλιε
Βάρα
Άσε με, άσε με...
Και σαν ντέφι πιάσε με...
at: Κυριακή, Απριλίου 01, 2007 2:58:00 π.μ. είπε...
[κι εσύ θεέ, και ήλιε, βάρα], δεν πιάνεται...
Δημοσίευση σχολίου