"Εφτά και δέκα λοιπόν η Στέλλα καθόταν στο κουζινάκι μόνη, μασουλούσε δυό σκεβρωμένες φέτες ζαμπόν που βρήκε στο ψυγείο και κατέβαζε το νερωμένο ουίσκι.Σε κάθε μονή, διπλή, τριπλή ριπή του αέρα, έσπρωχνε με το δάχτυλο τη ραγισμένη κούπα σε διαδρομές πάνω στο ξύλο του τραπεζιού, που άφηναν πίσω τους για λίγο μια υγρή κλωστή. Ώσπου να τελειώσει το ποτό, δεκαεφτά γουλιές, η γραμμή είχε στεγνώσει και το ρολόι έδειχνε εφτά και μισή.
Αυτός ήταν ο λόγος που η Στέλλα Σαλαγιά για τσάγια, καφέδες, αλκοόλ χρησιμοποιούσε μόνο τη ραγισμένη κούπα, κεραμική, σε αιγυπτιακό μπλε, βοηθούσε να κυλήσει ο χρόνος, να φύγουν είκοσι ολόκληρα λεπτά, να πάνε στον αγύριστο."
Ο Άγιος της Μοναξιάς-Ιωάννα Καρυστιάνη