Τσιρίζει απ’ τη κάψα η άσφαλτος και η Αθήνα αναμμένος θερμοσίφωνας.
Μήνας τρεχαντήρι. Στα τρένα μουλιάζει ο ιδρώτας και οι καθυστερήσεις μια απειλητική διαστολή του χρόνου. Στις ράγες πατάω όλους τους όρκους μου, νευριασμένη και ανύμπορη. Αντιπαραβολή στη γκίνια μου, χίλιοι φερέλπιδες τουρίστες εξοπλισμένοι με κείνη τη διάθεση να ζήσουν το μύθο τους στην Ελλάδα.
Παύση για λίγο και μετά πάλι τρεχάλα, δημόσιες υπηρεσίες στο πηγάδι την Ομόνοια, σκόνη πάντου, η Αγίου Κωνσταντίνου μοιάζει με Φαρ Ουέστ, σφίνα μπαίνει η σκέψη σου, πισώπλατη σφαίρα, η Αγίου Κωνσταντίνου, λοιπόν, αίμα, σπιρούνια, τρόμος και μυρωδιά άγνωστης πόλης. Μεταναστεύομαι στο Μεταφραστικό, οι Έλληνες που ξυνίζουν μούτρα μπροστά σε αλλοδαπούς, να φύγεις να πας στη χώρα σου, 2009 και live your myth. Δεν θέλω να υπάρχω έτσι.
Μα σε ένα μήνα, εγώ, η ζωή αλλιώς: αδέσμευτη. Σοφίτα με θέα το ποτάμι, 15 τετραγωνικά να χωρέσει η αγωνία, τα σεντόνια και τ΄αλάτια μου. Αρκεί αυτό για τώρα.
Το νυχτόσπιτο βουίζει ανεμιστήρες, Τεράστιες προπέλες να μας έβγαζαν στη θάλασσα. Μα ξεβράζομαι στο κρεβάτι μου, κολλάει ο ιδρώτας, κλειστό το ριαδιόφωνο, μήνες ν΄ακούσω και δεν αισθάνομαι λειψή.
Ο κόσμος δεν θέλει τόση ευαισθησία, μου είπαν πρόσφατα• ξέφτιζα πάλι τις σκέψεις μου. Έφτυσα άτσαλα τα κουκούτσια σου.




