
Σα σταφύλι, μικρές στιγμές, νοιώθω μια άγνωρη ευτυχία, παρανάλωμα η ψυχή, δε μου τσαλαπάς το όνειρο κι αυτό αρκεί στα μίλια πέρα που είσαι. Σιχαίνομαι το λυρισμό μα σα μιλάω για σένα γίνομαι σελίδα βίπερ. Ροζ και χιλιοδιαβασμένη.
Κάτι αόριστο ζέχνει στην πόλη. Αργεί αργεί πολύ ο καιρός να φύγει, ούτε ένα ουσιαστικό στα τραγούδια, δεν έχω ούτε μία σιγουριά για να πιαστώ, κάτι που να ξορκίζει τους φόβους. Μού λείπουνε τα χέρια σου στο σώμα μου, ξεγελιέμαι μπροστά στην τηλεόραση, στη δουλειά μαθαίνω να κάνω πιο ψεύτικο τον κόσμο. Μέρες με καφέδες, θέλω να σπρώξω τις ώρες, ν' ακούσω τα γέλια μας ξανά, βράδια με διαδικτυακές σιωπές και τα σ' αγαπώ στα greeklish. Πως θα σ' ευχαριστήσω κάποτε -ψάχνω να βρω τις λέξεις. Ήρθες την ώρα που μάτωνα. Μικροσκόπιο πάνω από την κάθε μας στιγμή, μην θυμηθώ κανένα βλέμμα καμιά κουβέντα παραπάνω, το κρεβάτι σινεμασκόπ μνήμης. Δεν περνά ο καιρός, σεργιανάω στις στοές, τσιγάρο κι άλλο τσιγάρο. Επικεντρώνομαι στον έξω κόσμο.
Με προσπερνάνε μικρές αφίσες, αφίσες άτσαλες. Ράστερ και διχρωμίες για οικονομία μα κάπου στην τοση βιασύνη η πληροφορία χάνεται, βουλιάζει στο σιφόνι, την Ομόνοια.
Και μένεις ατάραχος, άοσμος κι ανεπηρρέαστος.
Κι ο έξω κόσμος, λοιπόν, τραγικά απαράλλαχτος.
(φώτο: H. C. Bresson)

