Content

7 σπόροι

"όλο το σώμα μου πηγάδια"

Τα πρωινά της Κυριακής, κουβέρτες από σύγνεφα κάθονται πάνω στις κεραίες, χασμουριούνται και δεν πάνε παρακάτω. Κοπάδια παπαρούνων δίπλα στις ράγες. Από το παράθυρο του βαγονιού μπαίνει ο κύριος Νολλ και στροβιλίζεται γύρω από τα καθίσματα με το ριγέ κουστούμι του. Ύστερα σου δίνει ένα φιλί σφυρί και μένεις με τρύπιο μάγουλο. Στα πρωινά της Κυριακής, τα μάτια πλέουν σα μεγάλα νούφαρα. Ήσυχα και άοσμα προσπερνάς κτήρια κι ανθρώπους. Και λυγίζεις σε φιλιά σφυριά. Βάζεις τα κλάματα από μέσα κι όλοι οι λυγμοί ξεφυτρώνουν πάνω στο δέρμα σου. Πράσινα γυαλιά και ξερά αγκάθια τα νέα σου αποκτήματα. Αλλόκοτος κάκτος. Κάτι ανάμεσα σε «Μην αγγίζετε» και «Ποτίστε με!».

Τα πρωινά της Κυριακής, καίγονται οι μνήμες που πέρασαν ξώφαλτσα και άλλες μικρές διαθλώνται και σε τυφλώνουν. Ξεκρεμιέται το ανικανοποίητο και το φοράς κατάσαρκα.

Τα πρωινά της Κυριακής ο σταθμός Λιοσίων χάσκει γκρίζος και θλιμμένος. Λεκέδες καφέ στο πάτωμα, χαλασμένα καλοριφέρ κι ένα παιδί να κάνει τράκα τη συμπόνια σου. Μα εσύ, μια κίτρινη έρημος που τσουρουφλίζει η σιωπή. Κι η ρόδα να μαρσάρει.


Και κάπου στην τόση περιπλάνηση σκουντουφλάς σε μια στάλα φράση βάλσαμο: «Για ν’ ασχοληθείς με την Τέχνη, πρέπει να έχεις ρωγμές στην προσωπικότητά σου, για να μπορέσεις να αφήσεις τα πράματα να μπούνε μέσα σου. Πρέπει να κυλιστείς στη λάσπη της πραγματικότητας και στα υγρά που κυλούν στους δρόμους τη νύχτα, για να αντιληφθείς πώς ζει μια πόλη και η ανθρωπότητα γύρω σου.», του Στ. Μάινα.


Διαβάστε περισσότερα »
0 σπόροι

νόστος 2ου ενικού, αγαπημένου.

Μια μέρα έφτασα κοντά στα όνειρα μου και είδα πως αν εκπληρωθούνε θα τα χάσω και είπα ανάποδα το νήμα μου να πιάσω να το γυρίσω πίσω ως τη γενέτειρα μου.Και εκείνο με έφερε σε μια άγνωστη μου πόλη με λιμουζίνες και πολυκατοικίες, ένα παιδί γελούσε μες τις ακακίες και είχε στον κρόταφο ένα παλιό πιστόλι. Και είπα να πάω πιο βαθιά μες στο μυαλό μου μήπως το νήμα μου εκόπηκε στο δρόμο, μα κάποιο χέρι με ακούμπησε στον ώμο και εγώ του χάρισα το παραμιλητό μου : Είναι η φαντασία μου και η χρόνια απουσία που δεν με αφήνουν τώρα πια να δω τη Λευκωσία; Νιώθεις πως έγινες το κέντρο του πλανήτη, μα την μικρότητα σου αν δεν αναγνωρίσεις το μεγαλείο σου ποτέ δεν θα γνωρίσεις μέσα στα ορθαδικα και το χαζοξενυχτι. Λίγο Λονδίνο, λίγη Αθήνα και Νέα Υόρκη μάσκες κομμάτια κόλλησαν στο πρόσωπο σου, σου κομματιάσανε το πιο βαθύ εγώ σου και έμειναν άκληροι οι πιο κρυφοί σου όρκοι. Πίσω από την απομίμηση και την ακολασία θα έριχνα το βλέμμα μου ξανά στη Λευκωσία. Η ηγεσία και η άρχουσα σου τάξη της Αγγλικουρας και της ασυναρτησίας λάτρεις της πιο μικρής και ανούσιας εξουσίας που δεν μπορεί να σου ευχηθεί και να σου τάξει. Και έμειναν πέντε ιδεολόγοι χορτασμένοι επαναστάτες μα με δίχως επανάσταση να περιμένουν την ολόφωτη ανάσταση με μια λαμπάδα που από χρόνια είναι σβησμένη. Μέσα από το μαρτύριο και την βαθιά θυσία θα μύριζε λεμονανθούς ξανά η Λευκωσία. Μα είμαι ο χειρότερος και από όλους πιο πολύ δεν πρέπει να μιλάω γιατί δεν έμεινα μια πέτρα να φυλάω, σαν τον πατέρα μου, μην την πάρουνε και αυτή. Και καταλιεμαι σε άλλη πόλη αρρωστημένη, που την αρρώστια της την ξέρει πιο καλά, και σε κοιτάω να αλλάζεις από μακριά, ώσπου μια μέρα να γυρίσω.. Αγαπημένη.

Α. Ιωαννίδης
Διαβάστε περισσότερα »
12 σπόροι

νόστος στα ματούθκια.

Τοίχος και πράσινη γραμμή. Ως εδώ. Πιο μέσα συρματόπλεγμα και ξένες φάτσες. Το καφέ Μπερλίν ανοιχτό κι ατάραχο χρόνια τώρα. Παράνοια. Να πίνεις καφέ και να θωρείς τα κλεμμένα σύνορα. Απέναντι, αμούστακος φαντάρος προσέχει συμβολικά τα χώματά του. Γκρεμός και ναρκοπέδια. Η παλιά πόλη παραδομένη σε χέρια βασανισμένα. Εγκαταλελειμμένα κτήρια. Πίσω από τα παραθυρόφυλλα, Λιβανέζες χτενίζουν τα μαλλιά τους, βάφουν νύχια κόκκινα κι ετοιμάζονται για βάρδιες. Ενοίκιο και σκόνη. 200 λίρες το δώμα. Εκμετάλλευσις. Κανείς δε νοιάζεται. Σοκάκια επικίνδυνα. Το παλιό μπαρμπέρικο έγινε μαγαζί Κινέζων με χάρτινα φαναράκια σε ελλειπτική κίνηση. Βιτρίνες φτωχές και κίτρινες. Ταμπέλες, ξενικά ονόματα. Άλλοτε, τα δρομάκια φίσκα απο ανάσες με κελαρυστή προφορά. Τώρα κάπου παραριχτό ένα μνημείο. «Λευκωσία, the last divided capital.». Ανατολίτικες μυρωδιές τρυπούνε τις λαμαρίνες και σε προφταίνουν. Κυπραίοι ξενιτεύονται και γυρνάν σα ξεχειλώσει το πορτοφόλι απ’ τα φράγκα. Εκεί που το άδικο γίνεται πηγή πλούτου. Αναρωτιέσαι, αυτός ο τόπος πονά ή ξέχασε; Νόστος 12 χρόνων και δε σε αφήνει να καταπιείς τις αλλαγές. Θυμάσαι τον ήλιο που τσουρούφλιζε τα μπράτσα σου, βαριά κυπριακά κι εσύ να τους μιμείσαι, το κλησάκι του Άη Φώτη στη μεγάλη κατηφόρα, τα: «Οϊ, κόρη!», τη ρίζα του Ιεσσαί που ξεδιψούσε, περηφάνια για το νησί σου, μπλε τετράδια μ’ αυτοκόλλητα «Δεν ξεχνώ», βόλτες στο χωρκό του Καλοπαναώτη κι εκείνη η πίστη πως αυτό που αγαπάς, ποτέ, ποτέ δεν χάνεται.
Διαβάστε περισσότερα »
4 σπόροι

"μέσα απ' της βιτρίνας τα θρύψαλα ακούω τη ψυχή σου"

(η φωτο από poppy / dpgr)

της αυγής το μισόφωτο σβήνω μιας γραμμένης Ύλης,
να βρεις τη σελίδα κατάλευκη να μπεις και ν' ανατείλεις."


Δ.Σ.
Διαβάστε περισσότερα »
5 σπόροι

"κι ο καθρέφτης ουρανός έσπασε"



Κ
οιτώ την καρέκλα που στρίμωξε τον χωρισμό. Κάθε φορά που πέφτει το μάτι μου σε κείνη την καρέκλα στο μπαλκόνι, χιλιάδες πικρά λόγια ξεχειλίζουν και στάζουν στα άσπρα πλακάκια. Γκρι λεκέδες μ’ εκρήξεις κόκκινου θυμού.
Το σπίτι μέσα, θυμάμαι, ανέπαφο.
Δολοφονίες εκείνο το απόγεμα στο μπαλκόνι.

Αερομαχητικά βιάζανε τα σύγνεφα,
αίματα διαγράφανε τους τοίχους, τροχιές χειροβομβίδων και χαλάσματα.
Μα το σπίτι ήσυχο. Αθόρυβο.
Πρόσμενε το κύμα του Αυγούστου να ξεπλύνει τους τοίχους
και τους λεκέδες απ’ το πάτωμα.





η foto από flickr
παπαρουνίστικο ρετουσάρισμα

Διαβάστε περισσότερα »
4 σπόροι

"χτυπιούνται οι σειρήνες μες στα βράχια"

Ζαλάδα μέσα κι έξω άνοιξη. Κοροϊδιάρα άνοιξη. Αν ήθελα, 26 βήματα και ακουμπούσα κύμα. Αν ήθελα. Μα καρδιά βαρίδι. Κοροϊδιάρα καρδιά. Ποιος θα σ’ αγαπήσει;
Ψαράδες ανοίγουν τα χέρια τους και μου χαρίζουν το μάτι της θάλασσας. Πορτοκαλί με άσπρη κόρη. Το κοιτώ, με κοιτά και ματιάζομαι. Φύκια μπλέκονται στα χέρια μου και τα νύχια γεμίσανε άμμο. Δεν έχω τα ξόρκια, μοναξιές μου. Προσπάθησα.

Θυμάμαι καλύτερα. Το δωμάτιο έμοιαζε μ’ εκείνο του Van Gogh. Γαλάζιοι τοίχοι, κρεμασμένος σταυρός φτιαγμένος από ξύλα κανέλας, η αναμμένη σόμπα έκαιγε τα μάτια μου, τα δάχτυλα έσταζαν υγρασία, μια κίτρινη καρέκλα πόλος έλξης θλίψης και ρούχα πεταμένα στο πάτωμα. Για κάποιον θ’ αποτελούσε έμπνευση. Για μένα φυλακή. Μετρούσα το χρόνο ανάποδα. Μασούλαγα τις σκέψεις, τέντωνα τα ονόματα, να τσουλήσει η μέρα γρηγορότερα. Ας μη γελιέμαι. Οι ρυθμοί που μεγάλωσα δε μου επιτρέπουν να ζήσω σε ένα σπίτι απομονωμένο με θέα 3 παπαρούνες και 1 θάλασσα. Ο απλωμένος χρόνος της επαρχίας δε μου ταιριάζει. Διαθλάται, με καταπίνει ολόκληρη. Μένω να κοιτώ ανέκφραστη το κέντημα της κουρτίνας. Αναρωτιέμαι, θα πέσει η νύχτα πάνω στο κεφάλι μου κι εγώ ακόμα πίσω απ’ την κουρτίνα; Ακαταπόνητες εφευρέσεις τρικ. Να ξεγελιέμαι με αυτήν την κλωστή που λέγεται ζωή.

Ύστερα, φωνές με καλογυαλισμένη άρθρωση στο τηλέφωνο. Τα σπλάχνα των ηθοποιών πρέπει να ναι φαγωμένα. Πώς θα βγουν όλα εκείνα τα αναφιλητά και τα πρόσωπα; Πώς μετατρέπεσαι έτσι στη σκηνή; Ποιος εαυτός σου είσαι όταν πέσει η αυλαία; Δε ρώτησα. Φοβόμουν βλέπεις ποιος εαυτός μου ρωτάει.

Κύκνειο άσμα, ξημέρωμα Κυριακής, στην εθνική, λουλουδάκι του αγρού κλαμμένο.

"Αγάπη μου. Μόνο εσένα. Αγάπη μου."

Δεν έχω τα ξόρκια, μοναξιές μου.

(foto: Harley V W's )

Διαβάστε περισσότερα »

ads vol.2

Διαβάστε περισσότερα »
Η φωτογραφία μου
Επέλεξα επίτηδες την οδό Μαυροματαίων, για να ξορκίζω την έκφραση "μαύρα μάτια κάναμε να σε δούμε"... Γ.Ξανθούλης
"ο σουρεαλισμός αποδεικνύει ότι το υπερπραγματικό είναι η ίδια η ανυπότακτη πραγματικότητα απαλλαγμένη από το κοινότοπο."
Μαλβίνα Κάραλη
____________________

"Μασάω λαίμαργα το καιρό
κι όλο σε περιμένω"

Γιάννης Κοντός

στο ψάξιμο

"Νύχτωσε πάλι
Η μέρα που ήταν να 'ρθει σήμερα τι απέγινε;"

Γιάννης Αγγελάκας
____________________

"Έχω ζήσει τόση πολύ βουβαμάρα εδώ μέσα, που για μένα τα γράμματα παίζανε το ρόλο συζήτησης. Μετά κατάφερα να κουβεντιάζω ολομόναχη."
Ιωάννα Καρυστιάνη
"Κανείς να μη μάθει πώς ζήσαμε,
κανείς να μην ξέρει από πού ερχόμαστε και, προπαντός,
κανείς να μη μάθει ποτέ πώς πεθάναμε."

Γιώργος Χειμωνάς
____________________

"Είναι η περίληψη
των σιωπών μου που εκρήγνυται και φέγγω ολόκληρη
όταν λυπάμαι"

Στέλλα Βλαχογιάννη
____________________

"Η οικογένειά μας έπασχε
από μιαν ανίατη ασθένεια:τις αναμνήσεις"

Μάνος Ελευθερίου

όλο το σώμα μου συρτάρια

"Ζήσαμε πάντοτε αλλού και μόνον όταν κάποιος μας αγαπήσει
ερχόμαστε για λίγο."

Τάσος Λειβαδίτης
____________________

"πιάνομαι γερά από
τον τρόπο μου που έχω να σαρώνομαι"

Κική Δημουλά
____________________

"Κάθε φορά που σώζεται κάποιος συναντάει το παιδικό εαυτό του με τρύπες σ' ολόκληρο
το σώμα"

Χρήστος Βακαλόπουλος




followers