Το σουέλ έπεσε αλάτι πάνω στο αίμα κι αυτό τσίριξε φέρνοντας όλη την υγρασία στις κόγχες. Αφελής, αφελής αγάπη που δικαιώθηκε στα εξήντα, δίχως αγριάδες, κιλά η καρτερία, σπόροι σε παρτέρι οι λύπες, μεγάλωναν να γίνουν γιασεμιά. Δεν ωφελεί, δεν ωφελεί το κλάμα κι ο θυμός, σε στραγγίζουν, σ’ εξουθενώνουν κι αυτός που πλήγωσε στον καιρό του θα το καταλάβει. Ξημερώματα Κυριακής, τα μπλε λεωφορεία καβαλάνε άδειους δρόμους κάτω απ’ τις αφίσες, και οι πεινασμένοι στο Γρηγόρη μοιάζουν συνομότες, μιλάν σιγά, γελάνε λίγο, τα ξόδεψαν όλα στα μεγάλα κέντρα, με το παραδοσιακό ζεϊμπέκικο με το τσιγάρο σε μπλεγμένα δάχτυλα, ο τύπος νομίζει ότι χορεύει, η γκόμενα χειροκροτά γιατί νομίζει ότι χορεύει γι’ αυτήν. Ποιος είσαι; Ποιος είσαι; Σκοτοδίνη, παντού μαύρα στίγματα, ημιλιπόθυμη στο μπάνιο, η Β. σε περιλούζει, Μ’ ακούς;, σειρήνες τρυγούνε τα αυτιά σου, χειροκροτήματα έξω, γυναίκες βάζουν πινελιές κραγιόν, δε βαριούνται; Χλωμιάζεις , κούρσες οι ταχυκαρδίες και τα μαύρα στίγματα να πολλαπλασιάζονται. Κάπου συνέρχεσαι, ξεκόλλησε παγόβουνο από πάνω σου η χαρά, κλείστε τα φώτα, που ναι το μαξιλάρι μου; Αύριο να κάνεις καμιά εξέταση αίματος. Στο αμάξι, χαλί οι κουβέντες, ο Α. μας κάνει νερά, η Β. τον θέλει, η Π. της τον βρίζει, εγώ τίποτα. Κατανοώ τη Β που θέλει να αγαπάει ένα μπράτσο, κατανοώ και την Π. που προσπαθεί να ανοίξει μάτια. Όλοι τα ίδια κάνουμε. Το σουέλ έφερε αλάτια, φταίει κι ο Κούτρας με τη Ρίτα και το Θάνο να σφυρίζουν Καββαδία, φταίει το άγχος μην αδικήσω κι ας αδικηθώ,χαλάλι, φταίει η φύση μου η δύσκολη, φταίνε κι άλλα χέρια. Chopin και Post Love, και ξέμπαρκη συμβουλή της εβδομάδας και του χρόνου ολάκερου:
ό,τι κάνεις στη ζωή σου σαν τρίτος, ποτέ δε θα πετύχει.
Content
"στο κάθε χάδι κι ένας κόμπος φεύγει ματωμένος"
"And it' s true I always wanted love to be"

"Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους."
μανταρίνι και Eternity
Στο τέλος μένει μόνο το χάδι της μάνας που αχνίζει μανταρίνι και Eternity,
"I'm gonna take it with me when I go"
μένει πάντα καρφωμένη
στο χαρτί
στις ίδιες
βαλτωμένες
(φώτο: Λία Ζαννή)
"give my gun away when it's loaded"
Πορτοκαλί ηλιοβασίλεμα πάνω στα σκαθάρια του Καλατράβα, γιαγιάδες με πλαστικές σακούλες στα τρένα και στη συνέχεια ένα Μεταξουργείο μ’ αδέσποτα μάτια και φτηνά ξενοδοχεία. Παραμονή διαδηλώσεων και στη μεγάλη πλατεία σουλατσάρουν σημαίες, πανό, μπάτσοι αγκαζέ, όλα σαν πανηγύρι. Διαλέγεις τι σ’ αρέσει, πετυχαίνεις με το ντουφέκι το τενεκεδάκι, και γραπώνεις τα δώρα περιχαρής. Από κάπου τρίζει το «Σ’ αγαπaώ aκόμα», και ακούγεται πολύ ηλίθιος ο στίχος «η αγάπη.. θέλει όλο το αίμα» καθώς σου πετάνε στα μούτρα τη φάτσα του Παπαδόπουλου. Και σημειολογικά να το δεις, είναι κουραστικό το κόκκινο να συνάδει με μια μελλοντική επ-ανάσταση αγνώστου λοιπών στοιχείων. Χίλιες φορές η Δραπετσώνα, με τη σκόνη του περασμένου πάνω της.
Πιάνω κουβέντα μοναχή μου μπρος σε καθρέφτες. Τί θες; Τί χρειάζεσαι; Ποιος σου λείπει; Σκάσε! Το εγώ ρίχνει μπουνιές στο άλλο εγώ και το άλλο εγώ κλαίει. Μένω λοιπόν με ένα μάτι μωβ και το άλλο βρεγμένο μ' αλάτια.
"..αποτυχία στην αποτυχία"

Ντιν-νταν.
Κι αυτοί οι διαολεμένοι οι πόνοι δε ξέρω αν ήρθαν για καλό, να αποσπάσουν δηλαδή την προσοχή μου απ’ τα μολύβια που παίρνουν φωτιά, ή για να με κάψουν κι εμένα
εντελώς.
"through the doors of that rented room"
"Would you spin for my love?"
-Ό,τι κι αν είναι αυτό, πες μου τι συμβαίνει.-Το σουέλ μού 'βαλε μπελά στο μυαλό.
-Ποιος είναι ο πραγματικός λόγος που δε γυρίζεις;
-Η θάλασσα δεν με επιστρέφει.
-Τι γυρεύεις τώρα πια;
-Δεν έχω θέληση για στεριά.
Need I beg to you for one more day to find our lonely love?
Everywhere there' s rain, my love.
Everywhere there' s fear.
"τρύπια τσέπη κι αγκαλιά"

Θέλω να οργανώσουμε εκείνο το
ταξίδι με τρένο. Να βγούμε μια πρωία με τα μπαγκάζια μας φίσκα στο Σταθμό Λαρίσης, να ξαμοληθούμε στα βαγόνια.
Να σκαρφαλώσουμε Θεσσαλονίκη για μπουγάτσες, να περάσουμε τα σύνορα, να βγούμε στο ταλαιπωρημένο Βελιγράδι, να μένουμε σε μοτέλ της κακιάς ώρας, ύστερα να περάσουμε Αυστρία για να χαζέψουμε αρχιτεκτονίκη των κτηρίων. Στο Βερολίνο θα ψάχνουμε μπαράκια με μουσική και σαξόφωνα, στη Μονμάρτρη θα ποζάρουμε σε φοιτητές Καλών Τεχνών κι έπειτα θα τους κερνάμε Pernot, ενώ στη Βαρκελώνη θα χορεύουμε φλαμένγκο με τους πιο ωραίους άντρες.Θα αλλάζουμε τρένα σαν τα πουκάμισα, εικόνες σινεμασκόπ θα τρέχουν απ' το παράθυρο, θα ρωτάς: Τι χρώμα έχει τώρα ο ουρανός;, και θα απαντώ κάθε φορά: Γκρι με πινελιές μπλε του κοβαλτίου, θα αποχαιρετάμε άγνωστα χέρια στους σταθμούς, θα παζαρεύουμε με τους μαγαζάτορες σε μπουρδουκλωμένα αγγλογαλικά, θα χανόμαστε στα μετρό, θα νιώθουμε βαθειά λύπη και σνομπισμό για τους Κινέζους τουρίστες, εμείς θα μαστε λουσμένοι με την αίγλη του ταξιδιώτη που ποτέ δε ξέρει τί τον περιμένει. Θα μαστε οι ξεχωριστοί που βγήκαν παγανιά στο δρόμο, κυνηγώντας τον διεσταλμένο χρόνο της νιότης που αλλιώτικα δεν θα ήξεραν τί να τον κάνουν. Το ξέρω θα κλαίμε και πολύ, είναι δύσκολη εξάσκηση να σαι μακριά από εκεί που έχεις συνηθίσει, κανένας να μη σε περιμένει, κι όλο να πρέπει να σκληρύνεις κι άλλο, θα μαζεύουμε όμως ξένες μουσικές απ' τα δισκάδικα, και κάπου κάπου θα ξεχνιόμαστε.
Μου το υπόσχεσαι πως θα πάμε;
"πώς η ιστορία γίνεται σιωπή"

"η νύχτα είναι παγερή
και μ' έχεις στήσει.
Με γέλασες.
Με γέρασες."
Ν.Χριστιανόπουλος






