Το ότι θα γύρναγα από Τάνια με ένα στομάχι να στριφογυρίζει σα πλυντήριο ρούχων, μια φωνή τσακισμένη, μια παγωμάρα σε όλο το σώμα και ένα πρόσωπο κιτρινιάρικο δεν το περίμενα. Μάλλον ζαλίστηκα γιατί κοίταζα τις ανάποδες κεραίες στα σκηνικά και το θερμοσίφωνα στη φωτογραφία της έναρξης. Οι εμμονές δεν είναι κάτι προσωπικό τελικά.Ίσως βέβαια να φταίει και το γεγονός πως ζήτησα από περιπτερά της περιοχής slim light και με προμήθευσε με χειροβομβίδες.Δεν ήξερα, δεν ρώταγα;
Η ταράτσα με τους θερμοσίφωνες
Στην ταράτσα με τους θερμοσίφωνες
περιμένω το μικρό Καλοκαίρι
Οκτώβρη μήνα.
Μοιάζει η πόλη με λιβάδι
με τις κεραίες της για σκιάχτρα.
Σαν αφίσες ξεκολλά τα σύννεφα ο αγέρας
και η εσάρπα μου μπλεγμένη στα κάγκελα
έφτιαξε καράβι με σημαία.
Δίχως τη θάλασσα.
Η βοή του δρόμου
και οι εναλλαγές των φώτων
δε με ακουμπούν.
Τα πάντα από δω
φαίνονται ακίνητα κι ανίκητα.
Δίχως εσένα.
Στην ταράτσα με τους θερμοσίφωνες
περιμένω το μικρό Καλοκαίρι
Οκτώβρη μήνα.
Μοιάζει η πόλη με λιβάδι
με τις κεραίες της για σκιάχτρα.
Σαν αφίσες ξεκολλά τα σύννεφα ο αγέρας
και η εσάρπα μου μπλεγμένη στα κάγκελα
έφτιαξε καράβι με σημαία.
Δίχως τη θάλασσα.
Η βοή του δρόμου
και οι εναλλαγές των φώτων
δε με ακουμπούν.
Τα πάντα από δω
φαίνονται ακίνητα κι ανίκητα.
Δίχως εσένα.
(Κατα τ'άλλα αν ήμουν λίγο πιο μικρή, θα έλεγα πως με μπογιάτισα πάλι με θλίψη. Τώρα; Τώρα;)