Τα φιλιά σου με βρίσκουν όταν στρίβω στην Αιόλου. Τα φιλιά σου με βρίσκουν όταν κόβω το ψωμί. Τα φιλιά σου έγιναν ύπουλα. Σέρνονται στα μάρμαρα, στάζουν από τα ταβάνια, τα φιλιά που μοίραζες “τω καιρώ εκείνω” είναι εδώ πανηγυρικά τις ώρες που θέλω να σε σβήσω.Βάζω πινέζες στους χάρτες μου, πεντακόσια μίλια μακριά σου, η σχέση μας έχει πλέον διαφορά φάσης και μηδαμινή αντοχή στην τριβή.
Κατεβαίνω συχνά στη θάλασσα, ένα μόριό της να ήμουνα, και ας μ' έσπρωχνες στο βράχο, βλάκα!
Νηνεμία μετά τα αλάτια, αντικρύζω τα πρόσωπα σαν να τα βλέπω πρώτη φορά, αρχίζω και διακρίνω τον πόνο του καθενός πάνω στις γραμμές των χειλιών του. Όλα βαραίνουν. Μια άγκυρα κρέμεται από το μπαλκόνι μου και δεν κουνιέμαι μοίρα.
Κι ύστερα σκάει ένα κύμβαλο άνοιξης, ξεπετάγονται από παντού πέταλα και αρώματα. Κάποιος σπέρνει στο μαύρο μου παπαρούνες. Τραβά τα μάτια μου στον ήλιο.
στη Θ. για όσα τόσα κι άλλα τόσα που θα ρθούνε.
