Σκούρο μπλέ το σεντόνι, κάτι κηλίδες αλατιού και στο στόμα κρεμασμένες χίλιες άγκυρες. Καράβι που βούλιαξα, μύριζε σκουριά, καβούρια τσίμπαγαν τα γόνατα, δεν ένοιωθα, σε ξένη θάλασσα πια, αλληνής η θάλασσα, αλληνής τα σκούρα μπλέ σεντόνια, το κύμα ανέβαινε ως στο κεφάλι κι έπειτα πάλι πίσω.
Πέρασαν δέκα μέρες έτσι, μ' έπινε η θάλασσα τα βράδια, και το πρωί -κρυφά- έβγαζα από πάνω μου τα φύκια.
Ξήλωνα τα παράσημα• τα λόγια σου που σάπισαν.
Διαβάστε περισσότερα »
Πέρασαν δέκα μέρες έτσι, μ' έπινε η θάλασσα τα βράδια, και το πρωί -κρυφά- έβγαζα από πάνω μου τα φύκια.
Ξήλωνα τα παράσημα• τα λόγια σου που σάπισαν.

