Με ξύπνησε η βροχή. Χίλιες καρφίτσες έπεφταν με φόρα στη στέγη της σοφίτας, τρύπαγαν τον ύπνο μου και τ’ όνειρο έσταξε στο πάτωμα. Καλύτερα. Κάποιος έπρεπε να σε διώξει από κει, μαλάκα.
Οι μέρες κατρακυλάνε μαζί με τις πάπιες στο ποτάμι. Ολόιδιες και βουτηγμένες στην υγρασία.
Η πόλη όμορφη, γλυκειά, ένα χαριτωμένο ζαχαρωτό για ξεκούραστες νύχτες.
Η πόλη δίχως νεύρο, δίχως έφλευκτο υλικό κάτω από τις ράγες του τραμ. Το αίμα δεν είναι εδώ. Κάτι λείπει.
Σαν Έλληνας της διασποράς, ψηλαφώ το νταλκά στη φωνή της Αλεξίου.
Eθισμένη στη θέα και στον ορίζοντα, ψάχνω μια στάλα ύψωμα, να χωρέσει όλη η πόλη μες στην κόρη του ματιού μου, να κατέβει στους πνεύμονες άερας, να βγει το venceremos δυνατό και σίγουρο. Ένας μπλε ορίζοντας αρμύρας και ιωδίου, ας είναι πινελιές κοκκίνες οι παπαρούνες στο βάθος.
Ώρες νοιώθω θαμμένη σε βαριά αρχιτεκτονική και μαύρα κεραμίδια. Το κύμα φράζει στη γλώσσα μου κι ανύμπορη το νοιώθω να παφλάζει. Σαν εμβόλημα η Μαλβίνα πρωταγωνίστρια και η Τάνια, δίχως άλλοθι. Πονάω που δεν κατοικούνε στη ζωή μου τέτοιοι άνθρωποι. Πονάω που ψάχνω εκείνο το κομμάτι πληρότητας και πάντα κάτι με ματώνει.
