Μια άνοιξη που σφαδάζει πάνω στα κάγκελα του μπαλκονιού. Ήλιος που δαγκώνει μάτια. Μάτια που δαγκώνουν άλλα μάτια. Κανείς δε βγαίνει ζωντανός από τα ντέρτια του καιρού. Αίματα σιγοβράζουν κάτω από το χώμα. Κάποια στιγμή η φλέβα σπάει και γεμίζει ο τόπος παπαρούνες.
Στα στενά της Κυψέλης, μπλέκομαι στις λαϊκές, πάω να παρκάρω και μια γιαγιά σαν τρόφιμος ψυχιατρείου με κοιτάει παραπονεμένα. Τρομάζω και φεύγω. Δεν ξέρω πώς να ξεκινήσω με το κομμάτι της βοήθειας. Γι αυτό.
Η Τάνια πάνω στη σκηνή των Εξαρχείων γδέρνει μπράτσα και αισθήματα. Φεύγεις με την πληγή ορθάνοιχτη. Ύστερα έρχονται μ’ ένα ποδήλατο τα καινούργια τραγούδια της Βιτάλη, και βιβλία κι άλλα βιβλία. Το «Εγχειρίδιο Βλακείας» του Χαριτόπουλου δε μ’ έμαθε να ‘μαι λιγότερο βλάκας. Απλά μ’ έπεισε πως ο γραφών του νομίζει ότι είναι έξυπνος. Θυμάμαι τη Μαλβίνα να λέει πως προτιμά να είναι βλάκας κι αφελής στις σχέσεις της, όχι εξυπνάδες, όχι πονηριές, όχι συμπλέγματα σκέψεων. Βλάκας: να αφήνεις το λάθος να σκάει μπρος σου σα βεγγαλικό και να συγχωρείς γενναιόδωρα. Θέλω να φτάσω έξυπνα σ’ εκείνη τη μαλβινίστικη βλακεία.
Θυμάμαι κάτι θλιμμένες Κυριακές των Βαΐων, τότε που όλοι οι μήνες αφήνιαζαν σα Μεγάλες Παρασκευές με μωβ σύγνεφα. Τότε που έψαχνα το θέμα μαζί σου, σα σκύλος γύρω από την ουρά του. Βλακωδώς.
Διαβάστε περισσότερα »
Στα στενά της Κυψέλης, μπλέκομαι στις λαϊκές, πάω να παρκάρω και μια γιαγιά σαν τρόφιμος ψυχιατρείου με κοιτάει παραπονεμένα. Τρομάζω και φεύγω. Δεν ξέρω πώς να ξεκινήσω με το κομμάτι της βοήθειας. Γι αυτό.
Η Τάνια πάνω στη σκηνή των Εξαρχείων γδέρνει μπράτσα και αισθήματα. Φεύγεις με την πληγή ορθάνοιχτη. Ύστερα έρχονται μ’ ένα ποδήλατο τα καινούργια τραγούδια της Βιτάλη, και βιβλία κι άλλα βιβλία. Το «Εγχειρίδιο Βλακείας» του Χαριτόπουλου δε μ’ έμαθε να ‘μαι λιγότερο βλάκας. Απλά μ’ έπεισε πως ο γραφών του νομίζει ότι είναι έξυπνος. Θυμάμαι τη Μαλβίνα να λέει πως προτιμά να είναι βλάκας κι αφελής στις σχέσεις της, όχι εξυπνάδες, όχι πονηριές, όχι συμπλέγματα σκέψεων. Βλάκας: να αφήνεις το λάθος να σκάει μπρος σου σα βεγγαλικό και να συγχωρείς γενναιόδωρα. Θέλω να φτάσω έξυπνα σ’ εκείνη τη μαλβινίστικη βλακεία.
Θυμάμαι κάτι θλιμμένες Κυριακές των Βαΐων, τότε που όλοι οι μήνες αφήνιαζαν σα Μεγάλες Παρασκευές με μωβ σύγνεφα. Τότε που έψαχνα το θέμα μαζί σου, σα σκύλος γύρω από την ουρά του. Βλακωδώς.
Τώρα κολλάω στον στίχο που καθορίζει πως η αγάπη θέλει όλο το αίμα.
Τι γίνεται άμα πας από αφαίμαξη όμως;
foto: Harley V W'



