Χρώματα καλοκαιριού: μπλε και μαύρο. Σα θάλασσα Σαντορίνης. Ένας βυθός κατράμι και κάτι νερά κρύσταλλα. Δέλεαρ και τρόμος μαζί.Βλέπω τις λέξεις να στέκονται αναποφάσιστα πάνω σε κλωστές. Οικειοθελώς γκρεμίζονται. Γιατί η σιωπή έχει καμιά φορά καλύτερο δρόμο. Σφάζονται οι πιο ωραίες εικόνες πάνω σε μια άθλια παρομοίωση.
Αμμόλοφοι από πανεπιστήμια μέσα στο μυαλό μου. Όσο τα τρεχαντήρια τρομπάρουν ηλίθιο άγχος τα πνευμόνια μου, ο ήλιος αποτυπώνεται ανέμελα στην πλάτη μου. Παραδίνομαι αμαχητί και βγαίνω κατακόκκινη.
Ξάφνου τσιρίδες παιδιών στ’ αυτιά μου. Οδυρμοί πάνω σε σπασμένα κουβαδάκια κι αιτήματα για καινούργια. Πώς να σουνα εσύ μικρός. Τι πάω και σκέφτομαι πάλι. Τώρα που φεύγεις. Φεύγεις. Ήσουν παρένθεση που μ’ έκανε να νοιώσω.
Σκέτο να νοιώσω.
Νευρικά βουτάω τα δάχτυλα στην άμμο, γεμίζουν χαλίκια τα νύχια.
Από πού να πιαστώ;
