Content

11 σπόροι

από μηχανής Θεός.

Κοιτούσε τις ράγες, όπως το πρωί χάζευε το νεροχύτη του μπάνιου του. Όπως το απόγεμα το πιατάκι του καφέ. Με επιμονή και με πείσμα. Σα να έψαχνε να βρει μια άγκυρα. Κάρφωνε τα μάτια του κι άφηνε το μυαλό να ταξιδεύει. Να μη βουλιάζει ολόκληρος.

Ο πατέρας της Λένας, ο Μάκης, 50 χρονών, μηχανοδηγός στα τρένα από τα είκοσί του, έβλεπε κάθε μέρα χιλιόμετρα παραλληλιών να χάνονται κάτω από τις ρόδες του τρένου. Καμιά φορά, όταν άγνωστοι τον ρωτούσαν τι δουλειά κάνει, εκείνος ήθελε να πει: παρατηρητής παράλληλων γραμμών. Ήξερε από τα μαθηματικά πως οι παράλληλες γραμμές κάπου, κάπως συναντιούνται. Αυτός με τόσα χιλιόμετρα στη πλάτη του γιατί δεν κατάφερε να γνωρίσει την ένωση;

Έβλεπε, ακόμα, καθημερινά, σε κάθε σταθμό, χιλιάδες ανθρώπους. Τα πρώτα χρόνια που μπήκε στο κουρμπέτι της δουλειάς, λάτρευε να χαζεύει τις γυναίκες που περίμεναν το τρένο. Κάπου να πάνε, από κάπου να γυρίσουν. Γυναίκες κάθε είδους. Όμορφες, περιποιημένες, άσχημες, κουτσουρεμένες από τα γεγονότα της ζωής τους, ψηλές, κοντές, κακόγουστες, κοριτσοπαρέες, γιαγιούλες. Τις πρόσεχε όλες. Στην τελευταία βάρδιά του, ανακαλούσε στη μνήμη του εκείνη που είχε χαραχτεί πιο έντονα. Με εκείνη έφτιαχνε ιστορίες. Οι βάρδιες του είχαν κάτι το μαγικό. Κάποιες από τις ηρωΐδες του τρέχανε να βρούνε εραστές. Παντρεμένες και βουτηγμένες στην μοιχεία. Άλλες, ξεφτισμένες από την κούραση, περίμεναν το τρένο και λαχταρούσαν να χωθούν στο κρεβάτι τους. Το άδειο κρεβάτι τους. Μια άλλη, καρφωμένη στις καρέκλες της αποβάθρας, πρόσμενε όλο το βράδυ κάποιον να φανεί. Ιστορίες και ιστορίες. Τα βαγόνια του τρένου του φίσκα από δάκρυα, έρωτες κι απελπισίες. Πλοκές μοιραίες ή ασήμαντες. Κι εκείνος ήταν ο οραματιστής. Ένας μηχανοδηγός από μηχανής Θεός.

Όλα αυτά μέχρι τη μέρα του ατυχήματος. Τουλάχιστον εκείνος έτσι θέλει να το θυμάται. Οι άλλοι συνάδελφοί του το αποκαλούσαν «σύνηθες φαινόμενο». Διαδρομή των 23:45 κι αυτός έμπαινε ορμητικά στο σταθμό του Ταύρου. Δυο τρία άτομα στην αποβάθρα, κανένα απολύτως ενδιαφέρον. Μια συνηθισμένη Πέμπτη. Ξάφνου, μια κοπέλα γύρω στα 20 άρχισε να τρέχει, πέρασε την κίτρινη γραμμή της αποβάθρας και πήδηξε. Παραπάτησε κι έπεσε άτσαλα πάνω στις ράγες. Ο Μάκης πρόλαβε να δει στο πρόσωπό της, τον πόνο της σύγκρουσης, πρόλαβαν τα μάτια του να συναντηθούν με τα δικά της. Τα τρομαγμένα μάτια της. Κι όλο το τρένο να τρέχει ορμητικά προς τα τρομαγμένα μάτια. Σαν ταύρος αφηνιασμένος. Εκείνος με προσπάθειες, να γαντζώσει το χρόνο, τα δευτερόλεπτα, να σταματήσει το τρένο, να μην υπάρξει κι άλλη σύγκρουση μετάλλου και σώματος, πάτησε το φρένο. Το τρένο στρίγγλισε αλλά η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Λίγα δευτερόλεπτα κι αρκούν να σβήσει η ζωή. Μαζί με τις παραλληλίες, οι ρόδες του τρένου κατάπιαν και το σώμα της κοπέλας. Και στο μυαλό του Μάκη, τα τρομαγμένα μάτια να αργοσβήνουν. ι εκείνος, ο διαχειριστής της Ζωής, ο από μηχανής Θεός, δεν κατάφερε να σώσει δυο τρομαγμένα μάτια!

Το τρένο σταμάτησε λίγο αργότερα. Ο Μάκης δεν είχε τη δύναμη να κουνηθεί από τη θέση του. Να βγει έξω και να δει το σώμα που το όργωσαν οι ρόδες. Τα τρομαγμένα μάτια χαράκτηκαν μέσα του, παράλληλα βέλη τού εκσφενδόνιζαν επίκληση βοήθειας:"σώσε με!". Κι αυτός ανήμπορος. Βδομάδα αναρρωτικής άδειας και δεν του φτασε να ξεπεράσει το σοκ. Τη σύγκρουση.

Μετά από λίγο καιρό έμαθε πως η κοπελίτσα ονομαζότανε Λένα, τελειωμένη εφηβεία στα 17 και ήταν έγκυος. Φοβήθηκε, λέγανε, να το πει στους δικούς της. Κι επέλεξε να πέσει στις ράγες. Οι άλλοι συνάδελφοι του αντιμετώπισαν την κατάσταση με την απόλυτη φυσικότητα. Σε όλους είχε συμβεί ένα γεγονός που δεν τους επέτρεπε να βλέπουν πιο συναισθηματικά το θάνατο. Οι επιπολαιότητες της νιότης δεν ήταν κάτι που τους απασχολούσε. "Μην πιλατεύεις το μυαλό σου με τούτα", του έλεγαν.

Από τότε, οι γυναίκες έγιναν μια μάζα στα μάτια του. Τόσα πρόσωπα, τόσα ρούχα, έχασαν την ταυτότητά τους, τις ιστορίες τους, έγιναν για το Μάκη απλά οι επιβάτες που σε κάποιο σταθμό, το τρένο άνοιγε το στόμα του και τους ξέρναγε.

Μόνο την κόρη του αποφάσισε να την πούνε Λένα. Με πόθο να πλέξει για τη νέα Λένα την πιο όμορφη, την πιο αραχνούφαντη ιστορία.

Διαβάστε περισσότερα »

..κι ο κόσμος μύρισε λιβάνι.

"...Πάντα κάτι, κάτι στη μέση, κάτι στενό, κάτι σπασμένο, κάτι αγαπητό,
κάτι άτσαλο,κάτι μίζερο.
Πάντα κάτι, κάτι στη μέση.
Όταν έχεις, δε θέλει.
Όταν δεν έχεις, απαιτεί.
Όταν διψάς, στερεύει.
Όταν φεύγεις, σ' ακολουθεί.
Πάντα κάτι, κάτι στη μέση.
Πότε ήχος, πότε άνθρωπος, πότε επιθυμία.
Πάντα κάτι θρονιάζεται, γεμίζει τα ράφια, τους τοίχους, τα καθίσματα
και το κενό παντού..."

Από πού πάνε για την Άνοιξη; - Αρλέτα

φωτο: Μαριάννα Καράλη
Διαβάστε περισσότερα »
9 σπόροι

αστέρι, κούκλα μου.

(Πάνος Κοκκινιάς)

(...ή αλλιώς ακαταλαβίστικα Νο. 30029)
Αστέρι μου, σε ψάχνω, μα συ κάπου σκόνταψες, έφαγες τα μούτρα σου, κουτσουρεύτηκαν οι (α)γωνίες σου και τώρα δεν κάνεις. Δε μου κάνεις. Δεν τους κάνεις. Μουσειακό είδος. Έξω από τα μέτρα του καιρού σου, αστέρι μου. Κι όσα φωσφορίζοντα χαμόγελα κι αν δώσεις, δε κρύβονται οι γρατζουνιές σου. Ο σπασμένος καθρέφτης σου. Σαράβαλο είσαι αστέρι μου και δε τους κάνεις. Πονάω κούκλα μου για σένα. Μια ταφόπλακα έπεσε πάνω στους πνεύμονες, σηκώνοντας σύγνεφα σκόνης, αναθυμιάσεις αίματος και καρβουνιασμένοι αγκώνες. Δε τους κάνεις, αστέρι μου, το ακούς; Δεν ταιριάζεις. Ρούχα ντεμοντέ, λάθος τσιγάρα, βαθουλωμένα μάγουλα, δε τους κάνεις, αστέρι μου. Δε σε θέλουν. Κι εγώ να σε θρηνώ γιατί σε κουβαλάω στις πλάτες μου, σταυρός μού έγινες αστέρι μου, σε σέρνω και φτύνω τις κατάρες μου, ετερόφωτο ζηλιάρικο σώμα. Σβήσε, ψόφα, στην Αλεξάνδρας μια μέρα θα σε γκρεμίσω, θα μετράω φιλήδονα πόσες ρόδες σε πατάνε, πόσα καρφιά σε ξεψυχάνε. Γιατί δε τους κάνεις, αστέρι μου. Δε κάνεις σε κανέναν. Χρόνια σε κουβαλώ, ασθμαίνοντας στις ανηφόρες με πόθο καιόμενο να σε πουλήσω ακριβά, να δικαιωθεί ο κόπος μου, η δυσκολία της μη επάρκειας. Ψωροπερύφανη κούκλα μου. Μα να ξέρεις τούτο καθώς θα φτυαρίζεις το πάτωμα: οι άνθρωποι θα σε θυμούνται όσο τους δόθηκες. Ναι, αστέρι μου, ο άνθρωπος είναι πλάσμα ταλανισμένο από συνειρμούς. Κι όσο δίνεις, τόσο σε μνημονεύει, σε πίνει στο ποτήρι, ευφραίνεις την καρδιά του, ενώ εσύ αυτοκτονείς αστέρι μου, μα σου αρκεί εκείνο το χαμόγελο, το θερμό βλέμμα, εκείνη η αγκαλιά που σου σκουπίζει τα ματωμένα γόνατα. Σαράβαλο αστέρι μου, οι άνθρωποι φεύγοντας από κοντά σου, δένονται με πιο δυνατά σχοινιά από πάνω σου. Σε τραγουδάνε αστέρι μου, και σε κοιτάνε από ψηλά, θρηνούνε χωρισμούς, η χαρά τους τραμπαλίζεται με τη δικιά σου λύπη. Κι εσύ δίνεσαι, κούκλα μου, τόσο που κι αν σε σκοτώσω, εκείνοι θα σε νοσταλγούν σα ξεψυχισμένη προσδοκία, σαν αγάπη τσαλαπατημένη. Κι ας μην τους κάνεις πια. Θα ισοδυναμείς με μια παντοτινή τους ήττα. Κι ίσως αυτό να αποτελεί την τελευταία δικαιοσύνη. Νεκρό μου αστέρι.

Διαβάστε περισσότερα »

"σώπα κι άκουσε"

ρέπει να σου πω τι μου συμβαίνει, στα γρήγορα κι αθόρυβα θα δεις. Κι αν έχεις και συ κάτι να μου πεις, καλύτερα αν θες να περιμένεις, δεν έχει σημασία τι μου βγαίνει,εκείνος που πονά καταλαβαίνει.
Μη μιλάς, δεν είναι απαραίτητο,μη μιλάς θα φύγω σ’ ένα τέταρτο.
Απλά, πολύ απλά θα σου θυμίσω εκείνο το τραγούδι της βροχής. Εκείνο πως το λέγανε να δεις: "ποιος ξέρει αν μας βρει μαζί και τ’ άλλο καλοκαίρι". Δεν έχει σημασία τι μου βγαίνει
εκείνος που πονά καταλαβαίνει."

Βαρδής/ Πάριος/ Παπαδοπούλου
Διαβάστε περισσότερα »
5 σπόροι

Το ξύπνημα.

(δραματουργικές ασυναρτησίες Νο4)
Η δίψα την σήκωσε από τον ύπνο της κατά τις πέντε το πρωί. Αισθάνοταν το στόμα της σα ξεραμένη γη. Κατευθύνθηκε στην κουζίνα με σβηστά φώτα. Ψηλάφησε τους τοίχους και βρέθηκε μπρος στο νεροχύτη. Γνώριμη διαδρομή. Στο παράθυρο, τα ξενυχτισμένα αστέρια στριμωχνόντουσαν να χωρέσουν στο κάδρο, μα κείνη δεν είχε φορέσει τα γυαλιά της κι έβλεπε μόνο θαμπά σημαδάκια να σιγοκαίνε. Θυμήθηκε εκείνον τον παραλληλισμό, πως τ’ αστέρια που πέφτουν δεν είναι τίποτα άλλο παρά τα μισοτελειωμένα τσιγάρα που πετούν οι άγγελοι. Χαριτωμενιές του ραδιοφωνικού παραγωγού που χρόνια άκουγε. Στο λύκειο, είχε ερωτευτεί τον τρόπο που γελούσε. Φούσκωνε το μεγάφωνο από το γέλιο του. Αρχοντιά να ξέρει ο άντρας να γελά όμορφα, έλεγε στις φίλες της. Ο Πέτρος πώς να γελάει; Γελάει; Κάτι χαμόγελα θλιμμένα θυμότανε μονάχα η Λένα.

Άνοιξε τη βρύση κι έβαλε το δάχτυλο μες στο ποτήρι. Να νιώσει το νερό πριν ξεχειλίσει από το στόμιο του ποτηριού. Αναρρίγησε το δέρμα της στην επαφή με το υγρό στοιχείο. Προσπαθούσε να μην κάνει θόρυβο, να μην αφήσει σταγόνα να γκρεμιστεί στο νεροχύτη. Κατέβασε το νερό μονορούφι σα να 'θελε να παρασύρει ένα κοιμητήρι από το στόμα της. Στο σαλόνι, το σκοτάδι σκιαγραφούσε τα έπιπλα κι όλα απέπνεαν μια τρομαχτική ησυχία. Στιγμιαία σκέφτηκε να τον έπαιρνε ένα τηλέφωνο, να άκουγε τη φωνή του μπάσα και αγουροξυπνημένη, να του ψιθύριζε πόσο πολύ της λείπει, πως θα μπορούσε να τον περιμένει ακούγοντας το «Όχι μαζί», πως κι εκείνη θα χε τα παραθύρια της ορθάνοιχτα μέχρι να της χτυπήσει την πόρτα, πως μόνο για κείνον υπάρχει. Το άφησε. Ο ενθουσιασμός της ξεφούσκωσε όταν η λογική μπήκε καρφίτσα. Ζύγισε ξανά το θέμα, σιγά που ζει μόνο γι' αυτόν, σιγά που νοιάζεται ο Πέτρος για ποιον ζει και πώς η ίδια.
Αλήθεια που ισοδυναμεί μόνο με λόγια είναι ψέμα. Σέρνοντας τα παράπονα σα παιδικό τρενάκι, βγήκε πάλι στο κατόπι για το κρεβάτι της.

Εκεί θα τον βρει. Πιο αληθινό από ποτέ. Με γέλια να μπουκώνουν το δωμάτιο και διάττοντες αστέρες να ξεκολλάνε απ’ το ταβάνι. Εκεί.

υ.γ. φωτογραφία: Βίκυ Τζουρά
Διαβάστε περισσότερα »
4 σπόροι

"you funky as a mosquito's tweeter"- {autapates}

Σοκολάτα μπίτερ με γέμιση λεμονιού.

Πικρίζει γλυκά,

κι όλος ο κόσμος μου

μοιάζει με εύφορη κοιλάδα.

Διαβάστε περισσότερα »
Η φωτογραφία μου
Επέλεξα επίτηδες την οδό Μαυροματαίων, για να ξορκίζω την έκφραση "μαύρα μάτια κάναμε να σε δούμε"... Γ.Ξανθούλης
"ο σουρεαλισμός αποδεικνύει ότι το υπερπραγματικό είναι η ίδια η ανυπότακτη πραγματικότητα απαλλαγμένη από το κοινότοπο."
Μαλβίνα Κάραλη
____________________

"Μασάω λαίμαργα το καιρό
κι όλο σε περιμένω"

Γιάννης Κοντός

στο ψάξιμο

"Νύχτωσε πάλι
Η μέρα που ήταν να 'ρθει σήμερα τι απέγινε;"

Γιάννης Αγγελάκας
____________________

"Έχω ζήσει τόση πολύ βουβαμάρα εδώ μέσα, που για μένα τα γράμματα παίζανε το ρόλο συζήτησης. Μετά κατάφερα να κουβεντιάζω ολομόναχη."
Ιωάννα Καρυστιάνη
"Κανείς να μη μάθει πώς ζήσαμε,
κανείς να μην ξέρει από πού ερχόμαστε και, προπαντός,
κανείς να μη μάθει ποτέ πώς πεθάναμε."

Γιώργος Χειμωνάς
____________________

"Είναι η περίληψη
των σιωπών μου που εκρήγνυται και φέγγω ολόκληρη
όταν λυπάμαι"

Στέλλα Βλαχογιάννη
____________________

"Η οικογένειά μας έπασχε
από μιαν ανίατη ασθένεια:τις αναμνήσεις"

Μάνος Ελευθερίου

όλο το σώμα μου συρτάρια

"Ζήσαμε πάντοτε αλλού και μόνον όταν κάποιος μας αγαπήσει
ερχόμαστε για λίγο."

Τάσος Λειβαδίτης
____________________

"πιάνομαι γερά από
τον τρόπο μου που έχω να σαρώνομαι"

Κική Δημουλά
____________________

"Κάθε φορά που σώζεται κάποιος συναντάει το παιδικό εαυτό του με τρύπες σ' ολόκληρο
το σώμα"

Χρήστος Βακαλόπουλος




followers