Content
από μηχανής Θεός.
Κοιτούσε τις ράγες, όπως το πρωί χάζευε το νεροχύτη του μπάνιου του. Όπως το απόγεμα το πιατάκι του καφέ. Με επιμονή και με πείσμα. Σα να έψαχνε να βρει μια άγκυρα. Κάρφωνε τα μάτια του κι άφηνε το μυαλό να ταξιδεύει. Να μη βουλιάζει ολόκληρος.
Ο πατέρας της Λένας, ο Μάκης, 50 χρονών, μηχανοδηγός στα τρένα από τα είκοσί του, έβλεπε κάθε μέρα χιλιόμετρα παραλληλιών να χάνονται κάτω από τις ρόδες του τρένου. Καμιά φορά, όταν άγνωστοι τον ρωτούσαν τι δουλειά κάνει, εκείνος ήθελε να πει: παρατηρητής παράλληλων γραμμών. Ήξερε από τα μαθηματικά πως οι παράλληλες γραμμές κάπου, κάπως συναντιούνται. Αυτός με τόσα χιλιόμετρα στη πλάτη του γιατί δεν κατάφερε να γνωρίσει την ένωση;
Έβλεπε, ακόμα, καθημερινά, σε κάθε σταθμό, χιλιάδες ανθρώπους. Τα πρώτα χρόνια που μπήκε στο κουρμπέτι της δουλειάς, λάτρευε να χαζεύει τις γυναίκες που περίμεναν το τρένο. Κάπου να πάνε, από κάπου να γυρίσουν. Γυναίκες κάθε είδους. Όμορφες, περιποιημένες, άσχημες, κουτσουρεμένες από τα γεγονότα της ζωής τους, ψηλές, κοντές, κακόγουστες, κοριτσοπαρέες, γιαγιούλες. Τις πρόσεχε όλες. Στην τελευταία βάρδιά του, ανακαλούσε στη μνήμη του εκείνη που είχε χαραχτεί πιο έντονα. Με εκείνη έφτιαχνε ιστορίες. Οι βάρδιες του είχαν κάτι το μαγικό. Κάποιες από τις ηρωΐδες του τρέχανε να βρούνε εραστές. Παντρεμένες και βουτηγμένες στην μοιχεία. Άλλες, ξεφτισμένες από την κούραση, περίμεναν το τρένο και λαχταρούσαν να χωθούν στο κρεβάτι τους. Το άδειο κρεβάτι τους. Μια άλλη, καρφωμένη στις καρέκλες της αποβάθρας, πρόσμενε όλο το βράδυ κάποιον να φανεί. Ιστορίες και ιστορίες. Τα βαγόνια του τρένου του φίσκα από δάκρυα, έρωτες κι απελπισίες. Πλοκές μοιραίες ή ασήμαντες. Κι εκείνος ήταν ο οραματιστής. Ένας μηχανοδηγός από μηχανής Θεός.
Όλα αυτά μέχρι τη μέρα του ατυχήματος. Τουλάχιστον εκείνος έτσι θέλει να το θυμάται. Οι άλλοι συνάδελφοί του το αποκαλούσαν «σύνηθες φαινόμενο». Διαδρομή των 23:45 κι αυτός έμπαινε ορμητικά στο σταθμό του Ταύρου. Δυο τρία άτομα στην αποβάθρα, κανένα απολύτως ενδιαφέρον. Μια συνηθισμένη Πέμπτη. Ξάφνου, μια κοπέλα γύρω στα 20 άρχισε να τρέχει, πέρασε την κίτρινη γραμμή της αποβάθρας και πήδηξε. Παραπάτησε κι έπεσε άτσαλα πάνω στις ράγες. Ο Μάκης πρόλαβε να δει στο πρόσωπό της, τον πόνο της σύγκρουσης, πρόλαβαν τα μάτια του να συναντηθούν με τα δικά της. Τα τρομαγμένα μάτια της. Κι όλο το τρένο να τρέχει ορμητικά προς τα τρομαγμένα μάτια. Σαν ταύρος αφηνιασμένος. Εκείνος με προσπάθειες, να γαντζώσει το χρόνο, τα δευτερόλεπτα, να σταματήσει το τρένο, να μην υπάρξει κι άλλη σύγκρουση μετάλλου και σώματος, πάτησε το φρένο. Το τρένο στρίγγλισε αλλά η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Λίγα δευτερόλεπτα κι αρκούν να σβήσει η ζωή. Μαζί με τις παραλληλίες, οι ρόδες του τρένου κατάπιαν και το σώμα της κοπέλας. Και στο μυαλό του Μάκη, τα τρομαγμένα μάτια να αργοσβήνουν. ι εκείνος, ο διαχειριστής της Ζωής, ο από μηχανής Θεός, δεν κατάφερε να σώσει δυο τρομαγμένα μάτια!
Το τρένο σταμάτησε λίγο αργότερα. Ο Μάκης δεν είχε τη δύναμη να κουνηθεί από τη θέση του. Να βγει έξω και να δει το σώμα που το όργωσαν οι ρόδες. Τα τρομαγμένα μάτια χαράκτηκαν μέσα του, παράλληλα βέλη τού εκσφενδόνιζαν επίκληση βοήθειας:"σώσε με!". Κι αυτός ανήμπορος. Βδομάδα αναρρωτικής άδειας και δεν του φτασε να ξεπεράσει το σοκ. Τη σύγκρουση.
Μετά από λίγο καιρό έμαθε πως η κοπελίτσα ονομαζότανε Λένα, τελειωμένη εφηβεία στα 17 και ήταν έγκυος. Φοβήθηκε, λέγανε, να το πει στους δικούς της. Κι επέλεξε να πέσει στις ράγες. Οι άλλοι συνάδελφοι του αντιμετώπισαν την κατάσταση με την απόλυτη φυσικότητα. Σε όλους είχε συμβεί ένα γεγονός που δεν τους επέτρεπε να βλέπουν πιο συναισθηματικά το θάνατο. Οι επιπολαιότητες της νιότης δεν ήταν κάτι που τους απασχολούσε. "Μην πιλατεύεις το μυαλό σου με τούτα", του έλεγαν.
Από τότε, οι γυναίκες έγιναν μια μάζα στα μάτια του. Τόσα πρόσωπα, τόσα ρούχα, έχασαν την ταυτότητά τους, τις ιστορίες τους, έγιναν για το Μάκη απλά οι επιβάτες που σε κάποιο σταθμό, το τρένο άνοιγε το στόμα του και τους ξέρναγε.
Μόνο την κόρη του αποφάσισε να την πούνε Λένα. Με πόθο να πλέξει για τη νέα Λένα την πιο όμορφη, την πιο αραχνούφαντη ιστορία.
..κι ο κόσμος μύρισε λιβάνι.
"...Πάντα κάτι, κάτι στη μέση, κάτι στενό, κάτι σπασμένο, κάτι αγαπητό,
κάτι άτσαλο,κάτι μίζερο.
Πάντα κάτι, κάτι στη μέση.
Όταν έχεις, δε θέλει.
Όταν δεν έχεις, απαιτεί.
Όταν διψάς, στερεύει.
Όταν φεύγεις, σ' ακολουθεί.
Πάντα κάτι, κάτι στη μέση.
Πότε ήχος, πότε άνθρωπος, πότε επιθυμία.
Πάντα κάτι θρονιάζεται, γεμίζει τα ράφια, τους τοίχους, τα καθίσματα
και το κενό παντού..."
αστέρι, κούκλα μου.
(Πάνος Κοκκινιάς)
"σώπα κι άκουσε"
"Πρέπει να σου πω τι μου συμβαίνει, στα γρήγορα κι αθόρυβα θα δεις. Κι αν έχεις και συ κάτι να μου πεις, καλύτερα αν θες να περιμένεις, δεν έχει σημασία τι μου βγαίνει,εκείνος που πονά καταλαβαίνει.εκείνος που πονά καταλαβαίνει."
Βαρδής/ Πάριος/ Παπαδοπούλου
Το ξύπνημα.
Άνοιξε τη βρύση κι έβαλε το δάχτυλο μες στο ποτήρι. Να νιώσει το νερό πριν ξεχειλίσει από το στόμιο του ποτηριού. Αναρρίγησε το δέρμα της στην επαφή με το υγρό στοιχείο. Προσπαθούσε να μην κάνει θόρυβο, να μην αφήσει σταγόνα να γκρεμιστεί στο νεροχύτη. Κατέβασε το νερό μονορούφι σα να 'θελε να παρασύρει ένα κοιμητήρι από το στόμα της. Στο σαλόνι, το σκοτάδι σκιαγραφούσε τα έπιπλα κι όλα απέπνεαν μια τρομαχτική ησυχία. Στιγμιαία σκέφτηκε να τον έπαιρνε ένα τηλέφωνο, να άκουγε τη φωνή του μπάσα και αγουροξυπνημένη, να του ψιθύριζε πόσο πολύ της λείπει, πως θα μπορούσε να τον περιμένει ακούγοντας το «Όχι μαζί», πως κι εκείνη θα χε τα παραθύρια της ορθάνοιχτα μέχρι να της χτυπήσει την πόρτα, πως μόνο για κείνον υπάρχει. Το άφησε. Ο ενθουσιασμός της ξεφούσκωσε όταν η λογική μπήκε καρφίτσα. Ζύγισε ξανά το θέμα, σιγά που ζει μόνο γι' αυτόν, σιγά που νοιάζεται ο Πέτρος για ποιον ζει και πώς η ίδια. Αλήθεια που ισοδυναμεί μόνο με λόγια είναι ψέμα. Σέρνοντας τα παράπονα σα παιδικό τρενάκι, βγήκε πάλι στο κατόπι για το κρεβάτι της.
Εκεί θα τον βρει. Πιο αληθινό από ποτέ. Με γέλια να μπουκώνουν το δωμάτιο και διάττοντες αστέρες να ξεκολλάνε απ’ το ταβάνι. Εκεί.



